Uncategorized

A. Αναπλιώτης – H ζωή του στο Ναύπλιο και την Αθήνα και μερικά εμβληματικά ποιήματα (επιμέλεια Γιώργος Ρούβαλης)

Μερικά εμβληματικά ποιήματα του Α. Αναπλιώτη (από τη μικρή ανθολογία ποιημάτων του που ετοιμάζεται). 

1465289_179511058920992_1560426980_nτου Γιώργου Ρούβαλη

Ο Αναπλιώτης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αντώνη Λεκόπουλου, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1885 στην ενορία του Αγίου Γεωργίου, κοντά στα Σφαγεία.

14517361_611785282360232_9028402173661857767_n

Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και η μητέρα του νοικοκυρά, αλλά πέθαναν νωρίς. Τελείωσε το Γυμνάσιο Ναυπλίου το 1902 και διορίστηκε στο Πρωτοδικείο της πόλης, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε τη Νομική Αθηνών από την οποία πήρε πτυχίο. Σταδιοδρόμησε ως νομαρχιακός υπάλληλος, εξελίχθηκε σε Διευθυντή Νομαρχίας και κατόπιν σε Επιθεωρητή Νομαρχιών. Τα πρωτόλειά του δημοσιεύτηκαν στη συλλογή «Το βιολί» το 1910, δυσεύρετη συλλογή σήμερα. Είναι πάντως δημοτικιστής, που δοκιμάζει να εκφραστεί «στη γλώσσα του χωριάτη». Είναι επηρεασμένος από τον Παλαμά, τετράστιχο του οποίου βάζει ως μότο στο «Βιολί».

Η δεύτερη περίοδός του σύμφωνα με τον Π. Λιαλιάτση αρχίζει περίπου το 1935, όταν είχε κάποια άνεση στην εργασία του. Τότε η νοσταλγία του για τη μικρή του πατρίδα τον κυριεύει ολοκληρωτικά. Οι στίχοι του θυμίζουν δημοτικό τραγούδι και ζωγραφίζουν αδρά πορτραίτα λαϊκών τύπων. Έχει ένα τελείως προσωπικό ύφος με πυκνή ρίμα και πλεονάζουσα στίξη. Τα ποιήματά του δίνουν ένα μεγάλο πλήθος πληροφοριών για την καθημερινή ζωή της πόλης και κατέχουν πρωτεύουσα θέση στην ιστορία των αργολικών γραμμάτων.

14502968_611785075693586_1611584742186951003_n

Ναύπλιον

«Τό δ’ έτυμον τής Ναυπλίας
από τού ταίς ναυσί προσπλείσθαι».
Στράβων

– Ανάπλι! – Νά πώς γίνηκες:
Θαλασσόλυκοι Φοίνικες,
Κι’ Αιγύπτιοι καί Κάρες,
Φεύγοντας μέ τίς «σκούνες» τους,
Τίς θαλασσοφουρτούνες τους,
Τίς θαλασσοτρομάρες,
Γύριζαν – τριγυρίζανε,
Κυαλάραν καί ξακρίζανε,
Λιμάνι γιά νά βρούνε•
Νά πάνε νά σταλίσουνε•
Νά πάν νά ξεπουλήσουνε•
Νά πάν γιά νά σωθούνε,
Καί νά ξεκουραστούνε…
Καί βρήκαν κι’ εξεβρήκανε•
Καί βγήκαν καί ξεβγήκανε,
Στ’ Αργολικού τό φρύδι•
– Μεσ’ στό λιμάνι τού χωριού,
Τού ποιητή καί τού σοφού,
Τού «δίκαιου» Παλαμήδη!
Κι’ εκεί αγκυροβολήσανε•
Εκεί μοσχοπουλήσανε•
Καί τάηπιαν καί μεθύσανε•
Καί τίς καλύβες στήσανε,
Καί στρογγυλοκαθήσανε.
– Τ’ Ανάπλι εκεί τό χτίσανε! …
Κι’ όσοι μπορούνε στ’ άνθρωπου
Τή φάτσα νά διαβάζουν,
Τόν καπτάν-Νίκο Καταγά,
Τόν Καρακούκο, τόν Τσεβά,
Τό Λούρη όταν κυττάζουν,
«Καβαλλητούς» στά κύματα,
Κατά τήν «Καραθώνα»,
– Νά φτερουγάη στή θάλασσα,
Τής βάρκας η «γοργόνα»,
Βλέπουν τούς θαλασσόλυκους,
Ανάπλι, πού Σ’ εχτίσαν•
Κι’ ατόφια τήν ψυχούλα τους,
Τήν περδικοκαρδούλα τους,
Μέσ’ στό λιμάνι αφήσαν.

Παλαμήδι

Κάτου απ’ αυτό γεννήθηκα.
Στόν ίσκιο του αναστήθηκα.

Πανηγυριώτης θέ νά ρθώ,
Στό πανηγύρι σου.
Καί στήν κορφή σου θά βρεθώ•
Στό σημαντήρι σου.

Θάν τ’ ανεβάσω τά σκαλιά•
(Χίλια σκαλιά•) καθώς παλιά.
Χωρίς νά ξαποστάσω.
Καί στήν κορφή σάν φτάσω,
Από μιά ντάπια τής στεριάς,
– Πέρα κι’ αντίκρυ ζεί ο Μοριάς –
Τά πόδια θά κρεμάσω•
Τόν κάμπο νά χορτάσω•
Νά γιορτάσω…

Θάν τ’ ανεβάσω τά σκαλιά•
Όπως παλιά• όπως παλιά•
Μέ τίς χωριατοπούλες•
Καί μέ τίς Αναπλιώτισες•
– Γλυκειές μου, εσείς πατριώτισες –
Τίς Αναπλιωτοπούλες…

Στίς ποινικές τίς φυλακές.
(Μοίρες σκληρές κι’ ώρες κακές)•
Βαρυποινίτες θά περάσω•
Κομπολογάκια ν’ αγοράσω…

Στόν Άγιο Αντρέα θά σταθώ•
(Νά θυμηθώ• νά θυμηθώ•)
Θά γονατίσω και θά σκύψω•
Κι’ άμα τελειώση η λειτουργιά,
Μαζί μέ τ’ άλλα τά παιδιά,
(Μετζίτη• Γρίτζο• και Σουγιά.)
Ζαχαροκούλουρο θά γλύψω…

Στ’ Ανάπλι

Στ’ Ανάπλι• στό λιμάνι του•
Αργό τό πυροφάνι του•
Πέρα απ’ τό βάλτο μούγνεφε
Κι’ ακόμη, λές, μού γνέφει.
Σάν πάπια πλέχει η ξεγνοιασιά.
Σάν κύμα σκάει τό κέφι…

Στ’ Ανάπλι• στό λιμάνι του•
Πέντε – έξη – εφτά βαρκούλες•
Στ’ άσπρα ντυμένες ούλες•
Τόσο λευκή είν’ η ανάμνηση,
Όσο κι’ αυτές λευκούλες.

Στ’ Ανάπλι• στό λιμάνι του•
Αργό τό πυροφάνι του,
Τή θάλασσα φωτίζει.
Καί μιά ζωή πού πέρασε
(Ανάθεμά την, γέρασε)
Θυμίζει καί κοιμίζει…

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού γράφει για τον Αναπλιώτη:

Ο Αντώνης Αναπλιώτης (φιλ. ψευδ. του Αντώνη Λεκόπουλου), ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1885, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο το 1902. Εργάσθηκε στο πρωτοδικείο Ναυπλίου και παράλληλα σπούδασε στη Νομική σχολή του πανεπιστη­μίου Αθηνών. Το 1908 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, σταδιοδρόμησε ως υπάλληλος του υπουργείου Εσωτερικών και έφθασε ως το Βαθμό του επιθεωρητή. Την πρώτη λογοτεχνική του εμφάνιση έκανε το 1910, τυπώνοντας την ποιητική του συλλογή ‘To Βιολί». Ωστόσο είχε ήδη από το 1907 γράψει το τρίπρακτο δράμα «Ο Πιπιάς», το οποίο τυπώθηκε το 1992 από τη βιβλιοθήκη του Ναυπλίου «Παλαμήδης».

Ασχολήθηκε με την ποίηση, το διήγημα, τη λαογραφία, το θέατρο, το χρονογρά­φημα και έγραψε ποικίλες διατριβές. Στα σαράντα χρόνια της πνευματικής του πορείας συνεργάσθηκε με πολλά έντυπα της επαρχίας και της πρωτεύουσας («Ευβοϊκά Γράμματα», «Εμπρός», «Πρωία», «Νέα Εστία», «Ατλαντίς» Ν. Υόρκης κ.ά.), στα οποία βρίσκεται κατεσπαρμένο μεγάλο μέρος του έργου του.

Το θεατρικό του έργο «Ο Πιπιάς» βραβεύθηκε το 1938 στον «Καλοκαιρίνειο Διαγωνισμό». Με επιμέλεια του Σπ. Παναγιωτόπουλου, του Γ. Τσουκαντά και του Ν. Δεληβοριά κυκλοφόρησε μεταθα­νάτια (1958) επιλογή της ιδιότυπης ποίησης του Αντώνη Αναπλιώτη. Πέθανε στην Αθήνα το 1951.

Πηγές

Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα, 1958.

Κώστα Μιχ. Σταμάτη, « Πελοποννησιακή Λογοτεχνία – Η Λογοτεχνία της Αργολίδας », Αθήνα, 1995.

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top