Uncategorized

Κοινωνικοπολιτική ανάλυση της εβδομάδας (μιλάει ο Τάκης ο Πλατείας)

Καθόμανε στην πλατεία κι έπινα καφέ.

Φρέντο, εξπρέσο με ολίγη. Και πάνω που έστριβα το τσιγαράκι μου να ρουφήξω μια τζούρα ασούμε να κουλάρω αραχτός να φύγω από τις έγνοιες και τις σκοτούρες, κοζάρω απέναντις τον κάδο των σκουπιδιώνε και σαλτάρω. Φίσκα ο κάδος μέχρι τ’απάνου. Να ξεχειλίζει το σκουπίδι ασούμε στο πάτωμα, το πλακάκι, το μάρμαρο, ξέρω γω τί είναι αυτό που είχε βάλει τότες εκείνος ο μαλάκας που τον ψηφίσαμε ασούμε να μας βολέψει το Μαράκι και μας έγραψε στα τέτοια του, και λέω. Δεν υπάρχει κράτος γαμώ τη πουτάνα μου να τους κλείσει όλους φυλακή; Αφού τον βλέπεις τον κάδο ρε μαλάκα γεμάτο τί το πετάς το παγωτό ασούμε μέσα; Και μετάς σου φταίει η χωματερή να φύγει που σε ενοχλάει γιατί βρωμάει και καίγεται; Δηλαδίς εμείς μαλάκες ήμαστουν που αγοράσαμε σπίτι δίπλα να μην τσακωνόμαστουν ασούμε για τους κάδους και να πετάμε απευθείας το σκουπίδι μέσα; Και σου λέει τώρα το σχέδιο είναι άλλο λέει, από τον άλλονα της Περιφέρειας, να το μαζώνει το σκουπίδι και να το κάνει βόλτες κάτου στην Πελοπόννησο και να το καθαρίζει. Πού το πας ρε το σκουπίδι; Μάζωχτο πρώτα από την πλατεία ασούμε που βρωμίζει τον καφέ μας και μετά βγάλτου και εισιτήρια για Βρυξέλλες ασούμε, να πάρει τον αέρα του, να γίνει σκουπίδι όπως το θες. Και κάνουν οι άλλοι συμβούλια και διαβούλια και τσακωνούνται και σφάζονται και ξανά-μανά οι δυο πόλεις ασούμε να πλακωνόνται και να ρέει στο πλακάκι παγωτό φυστίκι-μπανάνα ασούμε. Κι αφού δεν βγάζουτε άκρη, τώρα τί μας χολοσκάτε εμάς, που δεν τα κατέχουμε τα νομικά και τα γραφειοκρατικά και τ’άλλα και μου αρχίζετε και τώρα καπάκι τα νοσοκομεία που τα κλείνει ο άλλος ο μεγάλος, ο μνημονιορουφήχτας, κι εγώ δεν θά ‘χω τη μάνα μου να την πάω πού ρε; Να κυνηγάω τους ντοκτορέους ασούμε από τη μία πόλη στην άλλη, να πλερώνω τη βενζίνα με τους κουβάδες και νά χω την άλληνα να γκρινιάζει που μόνο τη μάνα μου σκέφτομαι κι αυτήνα την έχω αφήσει με πιτόγυρα και ντιβιντί; Εδώ μας φέρνουνε ασούμε τους αλλοδαπούς με κάρο και κάνουμε τα παγώνια και δεν είδα, δεν άκουσα, και μαλακίες γράφουν τα μαντάτα στις οθόνες και μην ακούτε και θα δούμε και τέτοια. Ρε πάτε καλά ρε; Ποιός ρε; Πού ρε; Φέρτονα εδώ να του δείξω ασούμε τί θα πει βερύκοκο να καταλάβει. Στην Ελλάδα ρε; Παράτα μας ρε πορδοβούλωμα, έχουμε τα βάσανά μας, έχουμε και σένα να μιλάς. Τί μιλάς ρε; Σε ποιόν μιλάς;  Ξέρεις; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε; Για ρώτα στην πιάτσα και μόλις μάθεις ξαναέλα. Λουλού. Ε, λουλού. Με καθαρό το κούτελο ρε και στο μεροκάματο από μικρό παιδί. Που θα μου πεις εσύ.  Ας όψεται που περιμένω αυτήν την άδεια κι έχω βάλει τον άλλονα να με φτιάσει, να δούμε αν θα κάνει τίποτα κι αυτός γιατί όλο φωτογραφίσεις μου είναι και μεγάλα λόγια και τα φάγαμε στη μάπα τα μεγάλα λόγια και μπουχτήσαμε ασούμε και δε μασάμε μεις από αυτά. Αλλιώς; Σιγά μην τον ξαναψηφίσω.  Μπόμπα θα του βάλλω του κερατά. Μπόμπα.

Τάκης Πλατείας, ασούμε…

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top