Uncategorized

Η κατάρα του φύκου (διήγημα του Γιώργου Ρούβαλη)

Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Στ’ Ανάπλι», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005

grouvalis

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ

-Με συγχωρείτε, κύριε. Εσείς είστε ο συγγραφέας του ρωτάει για το φύκο; Μη ρωτάτε τους γείτονες, εμένα να ρωτήσετε. Οι γείτονες αποσπάσματα μόνο γνωρίζουν για την ιστορία. Εγώ, αντιθέτως, έκανα είκοσι χρόνια γκαρσόνι στο εστιατόριο του Ρέντζου. Γιάννης το όνομά μου. Ο Γιάννης της Αφρόδως, έτσι με ξέρανε γιατί πρώτα το μαγαζί το είχε μία Αφρόδω. Όχι, δεν ήταν μητέρα μου, υπάλληλος ήμουν και κει, αλλά μικρός, βοηθός. Μετά, το σπίτι και την αυλή απέναντι με το φύκο το αγόρασαν οι αδελφοί Ρέντζου και με κράτησαν και μένα. Όλα τα ξέρω, όλα τα έζησα. Σε σας θα τα πω γιατί είστε ξένος, δεν είστε από δω. Αλλά καλό θα είναι να αλλάξετε τα ονόματα, να μη φανεί ποιος είμαι, ούτε η πόλη μας, ούτε η οικογένεια. Φοβούνται όλοι τα κουτσομπολιά. Ακόμα και σήμερα τρέμει η οικογένεια την κατάρα του φύκου. Δύο σκότωσε μέχρι τώρα. Λένε, ότι αν πεθάνει ένας φύκος σκοτώνει τουλάχιστον τρεις για να εκδικηθεί. Και γι’αυτό τρέμουν τα κορίτσια των δύο αδελφών, για τον εαυτό τους, τους συζύγους και τα παιδιά τους.

Αν έπαθα εγώ τίποτα; Όχι, τίποτα, δόξα τω Θεώ. Απλώς έχασα τη δουλειά μου όταν έκλεισε το εστιατόριο. Άντε μετά τα σε πάρει άλλος, στην ηλικία μου. Ε, και στην Πρέβεζα δεν έχουμε και τόσους τουρίστες να αφθονούν οι δουλειές σερβιτόρου. Λίγα εστιατόρια και ορισμένα μπαρ για τους νέους. Αλλά εγώ δεν ταιριάζω εκεί, είναι άλλη ατμόσφαιρα, παράξενη. Ξέρετε τώρα: πριν απ’όλα ξενύχτι μέχρι τις 4-5 το πρωί. Μετά, ναρκωτικά, σφηνάκια, καυγάδες, τούτες οι δουλειές είναι για νέους, ψωμωμένους, όχι για γεροξεκούτηδες όπως εγώ. Εγώ ήμουνα καλός να τρέχω, να σερβίρω ψητό με πατάτες ή χωριάτικη, να γνωρίζω τα γούστα του καθενού πελάτη, να φέρομαι με ευγένεια στους στρατιωτικούς και τους χωροφύλακες που έχουμε σωρό στην πόλη μας. Ή τους υπαλλήλους της Νομαρχίας κι αυτούς μπόλικους. Έγινε περίφημη η Πρέβεζα, λένε, για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Υπερβολές. Δεν είναι τόσο βαρετή πόλη. Έχω δει εγώ χορούς στα καρναβάλια, να σου φύγει το καφάσι!

08dcf31d1ffb458fc3116d550eb9b137

Αλλά, ξέφυγα από το θέμα μας. Θέλετε να μάθετε για το φύκο. Θα σας πω. Όπως θα ξέρετε, η Πρέβεζα ήταν τουρκόπολη. Μια φορά που την είχαν πάρει οι Ενετοί, αλλά και πριν με τους ρωμαίους και του βυζαντινούς, την είχαν οχυρώσει. Τα τείχη έφταναν ως εδώ, ως τη θάλασσα και την προστάτευαν, όπως και το φυσικό λιμάνι της, από τους πειρατές. Μετά, γκρέμισαν τα τείχη και ο παράλιος χώρος άρχισε να χτίζεται. Πολλά σπίτια χτίστηκαν τότε με θέα στη θάλασσα. Υπήρχε και από παλιά η εκκλησία του Αη Νικόλα, προστάτη των ναυτικών. Οι Τούρκοι την είχαν σεβαστεί και λειτουργιόμαστε εκεί. Εγώ που σας μιλάω από την ενορία του Άη Νικόλα είμαι. Στα στενά του μεγάλωσα, παίζοντας στην αυλή του ξυλίκι, αμάδες, βώλους και άλλα πολλά. Γενικά ήμουν ήσυχο παιδί. Αλλά έχασα νωρίς τους γονείς μου, ο πατέρας μου μετανάστευσε στην Αμερική κι η μητέρα μου δεν θέλησε να πάει εκεί όταν, μετά από χρόνια, της έστειλε το εισιτήριο. Μας έστειλε και μια φωτογραφία του σε σχήμα χαρτιού τράπουλας, ντυμένος στην πένα, κουστούμι γραβάτα και γύρω-γύρω να λέει με αριθμούς 1734-1834 One hundred of years of progress. Τσάρλεστον λέγεται το μέρος όπου πήγε. Εκεί πέθανε, ποτέ δεν ξαναγύρισε στην Πρέβεζα. Με τα λεφτά του εισιτηρίου, η μητέρα μου η Παρασκευή αγόρασε ένα μικρό τουρκόσπιτο στην παλιά πόλη και συνέχισε να δουλεύει κορδελιάστρα στο δερματοποιείο του Χρονόπουλου, ύστερα του Μαργαρίτη. Εγώ έπρεπε να δουλέψω να την βοηθήσω. Έτσι μπήκα στο εστιατόριο της Αφρόδως, που ήταν φίλη με τη μάνα μου. Μαργαρίτη και μένα με λένε γιατί έτσι μας αποκαλούσαν όσους καταγόμασταν από εκεί.

Για το φύκο; Θα σας πω και για το φύκο. Έχω μαζέψει και γω τις πληροφορίες μου, μη νομίζετε και ας είμαι μόνο του Δημοτικού. Πολλά μου έχουν πει ο κύριος Μιχάλης ο δασολόγος και ο κύριος Χρήστος, ναι, ο αρχαιολόγος που δουλεύει στο Μουσείο, πηγάδι σοφίας τον λένε γιατί ξέρει πολλά και δεν κάνει το δύσκολο να στα πει. Λένε λοιπόν ότι ο φύκος ζει πάνω από 200 χρόνια. Είναι ένα μεγάλο, τεράστιο δένδρο με δυνατές ρίζες που γκρεμίζουν σπίτια. Ο φύκος του Ρέντζου υπήρχε εκεί από το 1920 τουλάχιστον και άλλοι φύκοι εδώ και εκεί στην πόλη μας. Ficus elastica μου είπαν ότι λέγονται. Θέλει ήπιο κλίμα, και πολύ νερό, δεν αντέχει τον πάγο. Ο δικός μας είχε θεριέψει, ίσως επειδή ήταν κοντά στον κεντρικό υπόνομο δεν ξέρω αν είχατε έρθει καμιά φορά εδώ παλιά να τον δείτε, ήταν επιβλητικός.

Οι ρίζες του είχαν σηκώσει το πεζοδρόμιο της αυλής και ο Ρέντζος φοβόταν και για το σπίτι του απέναντι. Λένα ακόμα ότι σήκωσε και τα πλακάκια του καφενείου του Κουτσόγιαννη, στην παραλία, εφτακόσια μέτρα απόσταση! Τώρα αν ήταν το ίδιο δένδρο ή άλλο δεν ξέρω. Ο Ρέντζος πάντως αγόρασε το σπίτι, το εστιατόριο από κάτω και την αυλή με τον φύκο όλα μαζί μετά τον πόλεμο. Τα δυο αδέλφια ήταν παλλικάρια. Λέγεται ότι είχαν πάρει μέρος και στην Αντίσταση μεταφέροντας μηνύματα από το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής στους αντάρτες και τους Εγγλέζους που ήταν πλήθος στα βουνά μας. Ακριβώς όπως ο Μικρός Ήρως, πού τον θυμηθήκατε, από τον Χ-1! Αλλά τ’αδέλφια ήταν λιγομίλητοι, δεν έλεγαν πολλά, ούτε καυχιόντουσαν γι’αυτό. Εξάλλου τότε, εσείς είστε νέος και δεν τα ξέρετε καλά, τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Πού να τολμήσεις να μιλήσεις για αντίσταση τότε στην Καραμανλική οκταετία. Τα ξερονήσια ακόμα γεμάτα και οι φυλακές. Εγώ που σας μιλάω είμαι δημοκράτης, όχι κομμουνιστής αλλά δημοκράτης, βενιζελικός από παράδοση. Πάντως εμείς οι φτωχοί άνθρωποι λίγα μπορούμε να κάνουμε. Είχαμε για πρώτη μας σκέψη το μεροκάματο, την επιβίωση.

Κι έτσι, εκεί με έχεις εμένα, να πηγαινοέρχομαι εστιατόριο-αυλή κουβαλώντας πιάτα, δίσκους, μπύρες και ρετσίνα. Ο ίσκιος του φύκου ήταν ιδανικός για τις παρέες που τάπιναν. Για να δείτε τι ωραία που ήταν η αυλή μας, έχω μια ιστορία να σας πω: Ερχόταν στην πόλη μας, κάθε καλοκαίρι για διακοπές, ένας ζωγράφος Μυτιληνιός, Παπαρδέλης, Παραδέλης, κάπως έτσι. Ηταν και συγγενής του Ελύτη, αλλά αυτός δεν το χώνευε. Εμενε σ’ ένα φτωχοξενοδοχείο εκεί πέρα και προσπαθούσε να περάσει οικονομικά και να ζωγραφίσει ότι του άρεσε. Αυτός λοιπόν τρελλαινόταν για την αυλή του φύκου, αλλά… υπάρχει κι ένα αλλά, δεν του άρεσε καθόλου η κουζίνα μας. Πήγαινε λοιπόν στο εστιατόριο ΕΛΛΑΣ στην πλατεία, έπαιρνε σε πακέτο το φαγητό του και το έφερνε να το φάει κάτω απ’ το φύκο. Το αφεντικό, βέβαια, τσαντιζόταν, γιατί σε μας έπαιρνε μόνο μια μπίρα ή κρασί και ήθελε να τρώει το ξένο φαγητό. Για να τον πείσει, ο ζωγράφος τούλεγε «Βρε, ξέρεις τι καταπληκτικό περιβάλλον έχεις εδώ με το φύκο; Εγώ πούχω γυρίσει όλη την Ελλάδα, σου το βεβαιώνω. Λίγα μέρη υπάρχουν όπως εδώ κι όπως αυτός ο φύκος». Ο Ρέντζος όμως ο νεώτερος δεν μπορούσε να ησυχάσει. Δεν τον έπειθαν αυτά. Ήθελε να αξιοποιήσει την περιουσία του, να χτίσει το οικόπεδο του φύκου, είχε κορίτσια να προικίσει ο χριστιανός και ο φύκος τον εμπόδιζε. Άσε που απειλούσε και το ίδιο του το σπίτι με τις ρίζες του. Έτσι, άρχισε να τον εχθρεύεται και να σκέφτεται πώς να τον σκοτώσει. Τότε μόλις είχε αρχίσει και η μόδα της αντιπαροχής και τα όμορφα νεοκλασικά σπίτια μας, μεγάλα, ευρύχωρα, αρχοντικά έπεφταν ένα-ένα να γίνουν πολυκατοικίες με σύγχρονες ανέσεις. Ο καθένας ήθελε το μπάνιο του, τα κομφόρ του, το καλοριφέρ του (ξέρετε τι υγρασία έχει εδώ; το χειμώνα σου περουνιάζει τα κόκαλα. Με σόμπες και μαγκάλια τη βγάζαμε παλιά).

Μέχρι το βουλευτή μας, το Καρβουνίδη, στην Αθήνα έφθασε ο Ρέντζος να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από τον φύκο. Τίποτε όμως δεν έκανε αυτός. Αντιθέτως του μήνυσαν από τη Δασική Υπηρεσία να μην πειράξει τον φύκο γιατί τον προστάτευαν λεει οι νόμοι. Οι νόμοι, ποιοί νόμοι … δικτατορία ήταν τότε και όποιος είχε μέσον κάποιο στρατιωτικό, έκανε ό,τι ήθελε: άδειες για οικοδόμηση πάνω στις ακτές, θαλασσοδάνεια για να φτιάξεις ξενοδοχεία, όλα οι ημέτεροι τα έπαιρναν κι οι αγρότες και η φτωχολογιά πάντα ριγμένοι. Τέλος πάντων, σας λέω τώρα τον πόνο μου γιατί εμείς εκτός από το σπιτάκι της μητέρας μου, ούτε χτήματα ούτε χωράφια είχαμε να ζήσουμε, μόνο τη δουλειά μας. Πολύ μέσον δεν είχε ο Ρέντζος αλλά ήταν νοικοκύρης και ήθελε το καλό των παιδιών του. Και ο φύκος τον εμπόδιζε. Πώς όμως να τον εξοντώσει; Έβαλε μπρος σχέδιο ολόκληρο με ειδικές συμβουλές των γεωπόνων. Άρχισε ρίχνοντας βαρέλια ολόκληρα ποτάσα μήπως τον ξεράνει. Μετά του είπαν να κόψει τον φλοιό του δένδρου. Έκοψε εγκάρσια και έβγαλε ολόκληρο κομμάτι γύρω-γύρω. Το δένδρο έτσι δεν έτρεφε τις ρίζες του και άρχισε να ξεραίνεται. Βέβαια αυτό έγινε λίγο-λίγο. Στην αρχή ήταν πράσινο και θαλερό (έτσι δε λέγεται;) με τα τεράστια εκείνα γυαλιστερά φύλλα να φυτρώνουν παντού. Όμως η έλλειψη τροφής (μου τάπε ο δασολόγος, σας λέω) και χλωροφύλλης άρχισαν να τον μαραίνουν. Κοντά σ’αυτά ανακατεύτηκα και η Δημαρχία. Κάποιος δημοτικός σύμβουλος που είχε άλλα συμφέροντα ξεκίνησε να πείσει στην Δήμαρχο να προστατέψουν το δέντρο. Γράμματα πάνε, γράμματα έρχονται, Δασαρχείο, Δημαρχία, Ρέντζος και οι περίεργοι, οι κουτσομπόληδες που σε όλα ανακατεύονται, ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Αλλά ο Ρέντζος εκεί, βράχος. Είχε και το δίκιο του. Το δέντρο άρχισε να κιντρινίζει. Τα φύλλα έπεφταν και πότε-πότε και κλαδιά ολόκληρα στα κεφάλια των πελατών. Ο Ρέντζος έκλεισε την αυλή και το εστιατόριο λειτουργούσε τώρα μόνο στο ισόγειο του σπιτιού. Για μένα καλύτερα, γιατί δεν είχα βόλτες απέναντι αλλά χειρότερα γιατί έχασα τις ματιές που έριχνα σε όσες τουρίστριες περνούσαν στο δρόμο για το λιμάνι. Αθηναίες, αλλά και ξένες, εξώπλατα, σορτσάκια, δεν έχανα την ευκαιρία να ματιάζω και γω, παντρεμένος άνθρωπος αλλά μ’αρέσουν τα ξυνά. Άντρες δεν είμαστε; Τέλος πάντων κάποτε αποφάσισε η Δημαρχία για λόγους ασφαλείας λέει, να κόψει το δέντρο. Είχε ξεραθεί τελείως τότε, και είχε απομείνει ο κορμός και μόνο, ένα ξερό πελώριο κουφάρι. Αυτό για πολλά χρόνια. Κάποτε ακούστηκε ένα τεράστιο κρακ και το δέντρο έπεσε. Ήρθε λοιπόν ένα τεράστιο καμιόνι με αλυσσοπρίονο και το πριόνισαν, τόβγαλαν από τη θέση του δέκα μέτρα διάμετρος. Έβγαλαν και όλες τις ρίζες, τιτάνιο έργο. Το θυμάμαι καλά, ήταν χειμώνας, κρύο, βροχή, μπουμπουνητά, λες και ο ουρανός λυπόταν και έκλαιγε για το δέντρο. Ποιος να αντιδράσει; Κανένας. Ο δημοτικός σύμβουλος που λέγαμε πούχε ένα σπίτι πιο πέρα και αυτός μώκο, δεν του πέρασε. Δικτατορία σας λέω! Ο Ρέντζος ηρέμησε. Έριξαν και τσιμέντο εκεί που ήταν το δέντρο και το οικόπεδο ήταν πλέον αξιοποιήσιμο.

Τότε όμως άρχισαν τα στραβά. Η πεθερά του, γριά γυναίκα, καλόβολη και γλυκομίλητη, βγήκε να πάει περίπατο στην παραλία ένα βράδυ, γλυστράει στην αποβάθρα, πέφτει μέσα και πνίγεται προτού προλάβουν να την σώσουν. Δηλαδή την έβγαλαν αλλά δεν την γλύτωσαν. Τότε οι γειτόνοι άρχισαν τα μουρμουρίσματα ότι ο φύκος άρχισε να εκδικιέται… Άντε τώρα να βρεις άκρη. Έχουν ψυχή τα δέντρα;

Κάτι ξεματιάστρες μισομάγισσες γερόντισσες διάδωσαν ότι τον φύκο δεν έπρεπε να τον ξεριζώσουν, ότι μεγάλο κακό θα χτυπήσει την οικογένεια και την γειτονιά και την πόλη, βρες άκρη εσύ άμα μπορείς. Σαν να έριξαν κρύο νερό στα σχέδια του Ρεντζου του νεώτερου. Από πριν ήταν λιγομίλητος αυτός και ο αδελφός του αλλά τώρα παράγινε. Άρχισε να φοβάται, να μη βγαίνει από το σπίτι, παραμελούσε το εστιατόριο, εμένα με συνέφερε γιατί αλώνιζα, αλλα δεν γινόταν, ο μάγερας απλήρωτος, οι πελάτες λιγοστοί (είχαν χάσει τη σκιά του φύκου που ήταν όμορφο μέρος, μέσα στο κτίριο το εστιατόριο έμοιαζε με οποιοδήποτε άλλο, έπαψαν νάρχονται). Και μία μέρα, σκάει η βόμπα: Ο Ρέντζος αυτοκτόνησε και με το χειρότερο τρόπο: πίνοντας ποντικοφάρμακο! Δε θα σας πω πώς τον βρήκαν, τι έγινε και πως τον θάψαμε, τραγικά πράγματα. Τότε ήταν που οργίασαν οι φήμες, οι παλιόγριες ακόμα και μυαλωμένοι άνθρωποι άρχισαν να φοβούνται το θρύλο. Ο φύκος θέλει τρεις μαζί του να πάρει στον Άδη και δεν θα σταματήσει θέλει γδικιωμό. Ο Ρέντζος ο μεγαλύτερος δεν το άντεξε και αυτός. Τούρθε εγκεφαλικό και παραμένει κατάκοιτος στο σπίτι του. Η οικογένεια σα να κεραυνοβολήθηκε. Κλείστηκε στον εαυτό της, έπαψαν να λένε πολλά και σα να περιμένουν το τρίτο χτύπημα. Άλλοι; Όχι, δόξα τω Θεώ άλλος δεν έπαθε τίποτα από αυτούς. Το οικόπεδο παραμένει άχτιστο, έρημο. Το εστιατόριο έκλεισε κι αυτό κι εγώ βρέθηκα στους πέντε δρόμους. Άντε βρες δουλειά τώρα στην ηλικία μου. Όχι, εμένα δεν μου συνέβη τίποτα στην υγεία μου παρόλο το συκώτι και τα νεφρά μου που έχω αλλά λέω ότι είναι γεροντάματα. Εξάλλου εγώ ήμουν από την αρχή αντίθετος στο σχέδιο να σκοτώσουν το φύκο αλλά ποιος ακούει τώρα ένα γκαρσόνι όταν μιλάει τ’αφεντικό;

Αυτή είναι κύριέ μου η ιστορία του φύκου. Όταν τη γράψετε, μη βάλετε το όνομά μου, δεν ξέρεις τι γίνεται. Ευτυχώς που δεν είμαστε στην Αγγλία και ούτε έγινε καμιά φασαρία από τους οικολόγους τώρα κοντά γι’αυτό. Τότε δεν υπήρχαν οικολόγοι και τέτοια. Μετά άρχισαν να μιλάνε για την τρύπα του όζοντος, την οικολογική ισορροπία και άλλα που μου εξήγησε ο δασολόγος ο Μιχάλης. Τι ισορροπία τώρα όταν θέλεις να χτίσεις το οικόπεδό σου; Αλλά και από την άλλη το λυπήθηκα το κακόμοιρο το δέντρο, τόσο δυνατό, τεράστιο, σκιερό, επιβλητικό. Λέω ότι αφού το λυπήθηκα θα με λυπηθεί και μένα και την οικογένεια και δεν θα μας ξαναπειράξει πια. Εσείς τί λέτε;
———

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top