Uncategorized

Ο ιερόσυλος Ερυσίχθονας – Μια αρχαία ιστορία ασέλγειας σε δέντρο

Πολλά δέντρα στην αρχαιότητα θεωρούνταν ιερά και προστατεύονταν με θρησκευτικό σεβασμό. Αυτοί που τα προστάτευαν ευεργετούνταν, ενώ αντίθετα υπερφυσικές τιμωρίες έπλητταν τους ιερόσυλους που τολμούσαν να τα κόψουν.

Μια μεγάλη συλλογή αρχαιοελληνικών μύθων αναφέρεται σε τέτοιες σκληρές τιμωρίες.

Η πιο γνωστή ιστορία ασέλγειας σε δέντρο στη μυθολογία είναι αυτή του Θεσσαλού ήρωα Ερυσίχθονα, που έκοψε την ιερή δρυ της θεάς Δήμητρας και καταδικάστηκε γι’ αυτό σε μια ακόρεστη ανάγκη για τροφή, που τον ανάγκασε τελικά να φάει τις ίδιες του τις σάρκες.

Σύμφωνα με την ιστορία, όπως αυτή παραδίδεται από τον Οβίδιο (43 π.Χ.–15 μ.Χ.), ο Ερυσίχθονας πάντοτε περιφρονούσε τους θεούς και αρνιόταν να καίει θυμιάματα στους βωμούς τους. Κάποτε μπήκε στο ιερό άλσος της θεάς Δήμητρας όπου ανάμεσα σε άλλα δέντρα έστεκε μια υπερμεγέθης δρυς στολισμένη με ιερές ταινίες, αναμνηστικές πλάκες, στεφάνια και άλλα αφιερώματα. Κάτω από τη σκιά της οι δρυάδες χόρευαν και συχνά αγκάλιαζαν το δέντρο για να επιβεβαιώσουν τις γιγάντιες διαστάσεις του, καθώς αυτό ήταν τόσο μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα δέντρα όσο εκείνα από τη χλόη.

Ο Ερυσίχθονας διέταξε τους υπηρέτες του να κόψουν την ιερή δρυ για να χρησιμοποιήσει το ξύλο της για να φτιάξει μια αίθουσα συμποσίων. Βλέποντάς τους όμως διστακτικούς να εκτελέσουν τη διαταγή του, άρπαξε ο ίδιος το τσεκούρι κι άρχισε να χτυπά το δέντρο. Η ιερή δρυς σκίρτησε κι αναστέναξε, τα φύλλα και τα βελανίδια της άρχισαν να κιτρινίζουν και η ίδια ωχρότητα άρχισε να εξαπλώνεται και στα μακριά κλαδιά της, ενώ άφθονο αίμα άρχισε να τρέχει από την πληγή.

Τότε μέσα από το δέντρο ακούστηκε φωνή που έλεγε:
-“Είμαι η νύμφη του δέντρου κι αγαπημένη της Δήμητρας. Και προλέγω πεθαίνοντας ότι έρχεται η ώρα που θα πληρώσεις για το κακούργημά σου κι αυτή είναι η παρηγοριά μου τώρα που εγκαταλείπω τη ζωή”.

Ο Ερυσίχθονας συνέχισε τα χτυπήματά του μέχρι που κατάφερε να σωριάσει την πελώρια δρυ, η οποία πέφτοντας έσπασε πολλά από τα γειτονικά της δέντρα. Συντριμμένες και κλαίγοντας την αδερφή τους οι υπόλοιπες δρυάδες του ιερού δάσους πήγαν να βρουν τη Δήμητρα και ζήτησαν την τιμωρία του Ερυσίχθονα.

Ακούγοντας τα συμβάντα η θεά κούνησε το κεφάλι της, σείστηκαν οι κατάμεστοι με καρπούς αγροί κι αποφάσισε την τιμωρία. Έστειλε τη νύμφη των βουνών, την Ορεάδα, να πάει ως τις παγωμένες κορυφές του Καυκάσου όπου κατοικούσαν τέσσερα πανίσχυρα τέρατα:

το Ψύχος, η Ωχρότητα, ο Τρόμος και η Πείνα.

Και μήνυσε η θεά στην τελευταία να έρθει να τη βοηθήσει.

Η Πείνα, υπακούοντας στην εντολή της Δήμητρας και με τη βοήθεια των ανέμων έφτασε ως το δωμάτιο όπου κοιμόταν ο Ερυσίχθονας, τον αγκάλιασε μέσα στον ύπνο του και με τη ανάσα της του προκάλεσε μια απελπισμένη ανάγκη για τροφή.

Μέσα στο βαθύ του ύπνο και υπό την επήρεια του ονείρου ο Ερυσίχθονας άρχισε να ζητά φαγητό, να κουνά τα σαγόνια του, να χτυπά τα δόντια του. Όταν ξύπνησε ζήτησε να του φέρουν όσα παράγει η θάλασσα, η γη κι ο ουρανός. Κι έφερναν οι υπηρέτες φαγητά στο τραπέζι του κι οργάνωναν γεύματα και δείπνα, αλλά εκείνος όσο πιο πολλά φαγητά καταβρόχθιζε όλο και περισσότερο πεινούσε.

Και σαν τη θάλασσα που δεν την χορταίνουν τα νερά των ποταμών και τη φωτιά που δεν χορταίνει όσα δάση κι αν κάψει, έτσι κι ο Ερυσίχθονας καταβρόχθιζε ότι έβρισκε μπροστά του και πάλι ένοιωθε το στομάχι του κενό. Έτσι έφαγε όλη του την πατρική περιουσία, έφερε τη δυστυχία στους οικείους του και στο τέλος άρχισε να κατασπαράζει τις ίδιες του τις σάρκες και να ακρωτηριάζει τα μέλη του για να χορτάσει με αυτά την ακόρεστη πείνα του.

Αλέξανδρος Λέτσας (1989), “Μυθολογία της Γεωργίας”, σελ. 356-359

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top