Uncategorized

Γράμματα για ληστρικές ιστορίες και εκτελέσεις – του Βασίλη Βαμβακά (μέρος έκτο)

Γράμματα για ληστρικές ιστορίες και εκτελέσεις στο κελί του Βασίλη Βαμβακά

(μέρος έκτο)

‘Οι νομάδες κτηνοτρόφοι, καθ’ο αγροίκοι και ηθισμένοι εξ ανατροφής εις την φυγοπονίαν ως εκ του ποιμενικού βίου, έπρεπε να έλθουν σε επαφή με το σχολείον και την εκκλησία. Τοιουτοτρόπως εν ολίγω διαστήματι χρόνου θα εξημερωθεί η ημιάγρια αύτη φυλή.’

Αναφορά μοίραρχου Βακάλογλου

Εχθροι και φιλοι

Ένα μέτρο που εφάρμοσαν οι αρχές ήταν η εκτόπιση των συγγενών των ληστών και των ανυπότακτων ή όποιον άλλων θεωρούνταν ύποπτοι για να τους βοηθήσουν με κάθε τρόπο. Υιοθετούν και το μέτρο της επικήρυξης ‘επί των κεφαλών των ληστών’ με τεράστια για την εποχή ποσά που άγγιζαν τις 4.000 δραχμές και στο τέλος αρχίζει ο αδιάκριτος και πολλές φορές βίαιος από την εξουσία έλεγχος των νομάδων κτηνοτρόφων και όχι μόνο, που θεωρούνται οι βασικοί συνεργάτες των ληστών. Έτσι και αλλιώς είχαν πάντα προβλήματα με τους κοτσαμπάσηδες, καθώς τα μετακινούμενα κοπάδια τους προκαλούσαν ζημιές στα χωράφια. Σε αυτές τις περιπτώσεις το κράτος έπαιρνε πάντα το μέρος του δυνατού κοτσάμπαση. Με την σειρά τους έτσι οι κτηνοτρόφοι λένε ότι ‘δεν μπορούμεν να διατηρηθώμεν άνευ ληστών’ και θέτουν τους εαυτούς τους υπό την προστασία των καπεταναίων. Έτσι, τα παραμύθια των παιδιών των φτωχών και των νομάδων κυρίως γέμιζαν με ιστορίες για κατορθώματα ληστών που τους προστάτευαν και τους βοηθούσαν.

Η ληστοκρατία ήταν πλέον μάστιγα για το νεοσύστατο κράτος. Ο κάθε φίλιος με τις αρχές, τα αποσπάσματα και τους βαυαρούς είχε κάθε λόγο να φοβάται. Ο καπετάν Νταβέλλης συνυπογράφει με τον καπετάν Ντουντούμη το εξής σημείωμα για τον πρόεδρο του χωριού: ‘Κύριε δήμαρχε και νοικοκυραίοι όλοι, να μας φτιάσετε 3000 τάληρα. Να εξέυρετε αν δε μας τα στείλετε τα χρήματα θα σας κάψομεν το χωριό σας και τα βόδια σας θα τα σκοτώσομεν, και όχι σταθμό να έχετε μέσαν αλλά και λόχον. Χρίστος Νταβέλλης – Γιότης Ντουντούμης.’

Η κυβέρνηση θορυβημένη από την άνθηση της ληστείας και υπό την πίεση της ξένης εξουσίας αναγκάζεται να πάρει και άλλα πιο σκληρά μέτρα. Μεγαλύτερες δαπάνες για σώματα ασφαλείας, φυλακές, δικαστήρια, αποζημιώσεις πληγέντων, επικηρύξεις που φτάνουν το μισό του κρατικού προϋπολογισμού. Καταργεί την οροφυλακή ως ανίκανη και ενισχύει την χωροφυλακή. Δημιουργεί δεκαέξι μεικτά αποσπάσματα χωροφυλακής και στρατού αποτελούμενα από 80 μέχρι 120 οπλιτών. Η διοίκηση ήταν κάτω από δοκιμασμένους ‘ληστοφάγους’. Τα δικαστήρια σκληραίνουν και επιβάλουν πολλές θανατικές καταδίκες. Η καρμανιόλα στο Ναύπλιο κάνει μισή δουλεία γιατί τα μισά κεφάλια προλαβαίνουν να κοπούν πριν φτάσουν στα δικαστήριο. Το ίδιο στο Μεσολόγγι και στην Αθήνα. Η επικήρυξη έκανε το κόψιμο του κεφαλιού και την λαφυραγώγησή του, σφραγίδα για την είσπραξη των χρημάτων. Χαρακτηριστικά το 1855, το 52% των ληστών αποκεφαλίστηκε στο Παλαμήδι και το 26% καταδικάστηκε σε ισόβια. Οι περισσότεροι όμως αποκεφαλίστηκαν στο τόπο της σύλληψής τους ή της δολοφονίας τους.

Με τα γεγονότα του 1854 και την εξέγερση του χριστιανικού πληθυσμού της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, μέσα σε κλίμα γενικού πατριωτικού ενθουσιασμού η κυβέρνηση βρίσκει την ευκαιρία να προωθήσει δύο επιδιώξεις. Η μία είναι να προωθήσει τα ‘Εθνικά θέματα’ και η άλλη να ξεφορτωθεί την ληστεία. Υπόσχεται αμνηστία και πλιάτσικο σε όσους περάσουν τα σύνορα μαζί με άλλους εθελοντές (αξιωματικούς του στρατού ή πράκτορες Ελληνικών υπηρεσιών ) για να αγωνιστούν για τα εθνικά δίκαια. Φτάνει σε σημείο να ανοίξει τις φυλακές στο Παλαμήδι, στην Τρίπολη και στον Μεντρεσέ στην Αθήνα και να χορηγηθεί χάρη ή να ανεχτεί ακόμα αποδράσεις. Επειδή όμως οι Γάλλοι και οι Εγγλέζοι αντέδρασαν με αυτά τα ‘εθνικά σχέδια’, κάνουν αποκλεισμό και στρατιωτική κατοχή στο λιμάνι του Πειραιά. Η κυβέρνηση τα χάνει και ξεχνάει τα ‘σκλαβωμένα αδέρφια’ μας  διατάσει τους αξιωματικούς να γυρίσουν πίσω και κόβει τις χρηματοδοτήσεις. Η εξέγερση ξεφούσκωσε και το πρόβλημα επιστρέφει πίσω διογκωμένο και δεν έχει να κάνει μόνο με τους ληστές και τους απελευθερωμένους των φυλακών, αλλά και με τους χιλιάδες πρόσφυγες που μετείχαν και στην εξέγερση και στα αντάρτικα σώματα. Τότε είναι που αρχίζει η κύρια περίοδος των ληστών στον ελλαδικό χώρο. Οι ληστοσυμμορίες οργανώνονται και αρχίζουν να πραγματοποιούν σύνθετες και συντονισμένες επιχειρήσεις.

Το καλοκαίρι του 1856 η βασίλισσα Αμαλία ζήτησε εγγράφως από το υπουργείο δικαιοσύνης, να διαταχθούν οι εισαγγελείς να πληροφορούν και το υπουργείο εσωτερικών για τα ζητήματα που αφορούσαν την ληστεία και την έξαρσή της. Ο βασιλιάς έλειπε στο Μόναχο για ‘εξωτερικές’ υποθέσεις και η Αμαλία είχε μείνει με τα καθήκοντα του αντιβασιλέα. Επίσης ζήτησε και μια αναφορά προς την ίδια για να μάθει ακριβώς ‘ποιοι και γιατί φεύγουν στο βουνό’. Η αναφορά που της στάλθηκε είχε αρκετά συγκεκριμένες πληροφορίες. Από εκεί γνωρίζουμε πως το 1856 οι κατηγορούμενοι για ληστεία ήταν 277. Από αυτούς οι 54 ήταν βοσκοί, οι 52 χωρικοί, οι 30 εργάτες ή τεχνίτες, οι 9 στρατιωτικοί ή χωροφύλακες, οι 3 έμποροι και ένας κτηματίας! Για τους υπόλοιπους δεν έχουμε αναφορά επαγγέλματος. Σχεδόν οι μισοί έλεγαν πως είναι αθώοι, ενώ όσοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους και απαντώντας στο ερώτημα για τις αιτίες που τους έσπρωξαν στη ληστεία έχουμε κάποια στοιχεία. Οι λόγοι που τους ώθησαν μπορεί να ήταν: το ατομικό συμφέρον, η επαναστατική πνευματική έξαψη από το 1854, η φυγοδικία, η νεανική απερισκεψία, η λιποταξία ή στρατολόγηση, η παρακίνηση από άλλους ληστές, οι απειλές ληστών, για να εκδικηθεί ληστές, η συγγένεια με ληστές, η μέθη, η εκδίκηση ατομικών παθών και οικιακών προβλημάτων. Σημειώνεται και πως όσοι αρνήθηκαν την ενοχή τους υποστήριζαν ότι τους είχαν συκοφαντήσει για να τους εκδικηθούν ή είχαν βρεθεί από λάθος μαζί με ληστές και κατηγορούνται αδίκως.

Νεα αρχη, με νεες ‘Αρχες’

Μετά το 1862 και την πολιτική αστάθεια με το κίνημα ανατροπής του Όθωνα, άρχισαν πάλι να σημειώνονται εκτεταμένα κρούσματα ληστείας. Στο διάστημα της μεσοβασιλείας και μέχρι να ενθρονιστεί ο Γεώργιος ο Ά, από την δυναστεία των Γκλύξμπουργκ, οι επικηρυγμένοι είναι πάνω από διακόσιοι. Ο ερχομός του νέου βασιλιά θα συνοδευτεί με την απονομή χάρης σε αρκετούς καταδίκους από αυτόν και το υπόλοιπο ‘παλάτι’ αλλά και με τις απαγωγές τριών Άγγλων ευγενών στην Ακαρνανία, την απαγωγή του υπουργού οικονομικών Σωτηρόπουλου στην Τριφυλία και του βουλευτή Φίλωνος στην Λειβαδιά .Όταν ένας Έλληνας μεσολαβητής για την απελευθέρωση των Εγγλέζων τους είπε ότι θα ήταν καλό για το εθνικό συμφέρον να αφήσουν τους αιχμάλωτους, αυτοί αποκρίθηκαν ότι πατρίδα έχουν τα ‘ελεύθερα βουνά’ και πως η Τουρκία μαζί με την Ελλάδα τους καταδιώκουν μαζί. ‘…πατρίς αυτών έσεται η ερημίαν εις τας όρη’. Ο Σωτηρόπουλος θα μείνει κρατούμενος των ληστών 36 μέρες και θα ελευθερωθεί αφού καταβληθούν 60.000 δρχ λύτρα παραπονούμενος διαρκώς για το γιδίσιο κρέας που τον τάιζαν και δεν του άρεσε.

Η απαγωγή που θα μείνει στην ιστορία όμως είναι αυτή των οκτώ Ευρωπαίων, ευγενών και διπλωματών, που μαζί με τους χωροφύλακες έκαναν εκδρομή στον Μαραθώνα. Εικοσιένα ληστές τους πιάνουν και τους κλείνουν σε μια σπηλιά στην Πεντέλη. Από εκεί αφήνουν ελεύθερες τις γυναίκες, και δυο χωροφύλακες για να μεταφέρουν τις απαιτήσεις για τα λύτρα. Η κυβέρνηση αναστατώνεται και στέλνει επάνω τους όλες της τις δυνάμεις. Μετά από μάχη οι ληστές υποχωρούν προς το Δήλεσι και κατασφάζουν τους ομήρους σύμφωνα με τον ληστρικό νόμο περί της απαγωγής. Οι ληστές στο τέλος συλλαμβάνονται και εκτελούνται δημόσια στο Πεδίο του Άρεως με αποκεφαλισμό. Αφού τα γεγονότα αυτά συγκλόνισαν όχι μόνο τους Έλληνες αλλά και τους Ευρωπαίους, θα ψηφιστεί μετά από λίγους μήνες ο ιδιώνυμος τρομονόμος, ‘περί καταδιώξεως της ληστείας’. Με αυτόν θα αρκούσε μόνο η ένωση δύο ή περισσοτέρων ατόμων, με σκοπό την ληστεία για να πάει στην καρμανιόλα ο αρχηγός και να καταδικαστούν με ισόβια δεσμά οι υπόλοιποι. Μόνο η συνομιλία με ληστή επέφερε ποινή ενός έτους ενώ γενικεύεται το μέτρο εκτόπισης συγγενών μέχρι 4ο βαθμού και μεγάλοι φόροι στους νομάδες βοσκούς.

……Συνεχίζεται………

Διαβάστε τα 5 προηγούμενα μέρη εδώ

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top