Uncategorized

Τα φορολογικά συστήματα στην Πελοπόννησο από την Άλωση του 1204 μέχρι το τέλος της Τουρκοκρατίας

Επιμέλεια κειμένου Δημήτρης Πειρούνης

Η φορολογία επί Ενετικής και Τουρκικής κυριαρχίας σε Πελοπόννησο – Αργολίδα

Στο κείμενο που ακολουθεί, επιχειρείται να γίνει μια συνοπτική αναφορά στα χαρακτηριστικά των φορολογικών συστημάτων που ίσχυσαν στην Πελοπόννησο -με κατά το δυνατό έμφαση στην Αργολίδα- κατά τις περιόδους μετά την Λατινική Άλωση (1204) και έως την επανάσταση του 1821.

Η διαδικασία είσπραξης φόρων, η γραφειοκρατική οργάνωση, τα είδη των (άμεσων και έμμεσων) φόρων, οι δυνατότητες αντίδρασης κατά της φορολογίας, τα υποκείμενα και τα αντικείμενα της φορολόγησης της περιόδου από την Φραγκοκρατία και έως το τέλος της Τουρκοκρατίας παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο υπό την Ενετική (Α` και Β` Ενετοκρατία) όσο και υπό την Τουρκική κυριαρχία (Α` και Β` Τουρκοκρατία).

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα αποτελέσματα της υπερφορολόγησης και της καταπίεσης των κατοίκων. Μπορούν να οδηγήσουν σε χρήσιμα συμπεράσματα ακόμα και σήμερα. Δυνατότητες προσφυγής κατά της φορολογίας υπήρχαν, αλλά εντελώς διαφορετικές για κάθε σύστημα, ενώ συναντώνται και φορολογικές ατέλειες και φοροαπαλλαγές οι οποίες δίνονταν όχι σπάνια και με κριτήρια αρκετά ιδιαίτερα θα έλεγα.

Δεδομένης της ιστορικής περιόδου που αφορούν, είναι αναμενόμενο τα εξεταζόμενα φορολογικά συστήματα να μην είχαν καμία σχεδόν θεσμική ανταποδοτικότητα για τα υποκείμενα της φορολόγησης, δηλαδή δεν κατεύθυναν συστηματικά τους εισπραττόμενους πόρους, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για δημόσια έργα που θα βελτίωναν την ζωή των κατοίκων δημιουργώντας κοινωνικές υποδομές π.χ. για την παραγωγή, ρύθμιση και διανομή του αγαθού της υγείας, της μάθησης, της ύδρευσης, της άρδευσης, κοκ. Αν και τα πλεονάσματα τα οποία φοροεισπράττονταν προορίζονταν σε κάποιες περιπτώσεις για την δημιουργία οχυρωματικών έργων ή έργων π.χ. άρδευσης, η διοίκηση ωστόσο δεν είχε τέτοιες υποχρεώσεις και όσα έργα λάβαιναν χώρα είχαν περισσότερο την έννοια της εύνοιας και της καλλιέργειας συναίνεσης προς τους υπηκόους, παρά υποχρέωσης της διοίκησης.

Θέλω να επισημάνω ωστόσο ότι η ουσιαστική νομιμοποίηση οποιουδήποτε φορολογικού συστήματος εξαρτάται αποκλειστικά από την ανταποδοτικότητα του προς τους πολίτες, στους οποίους θα πρέπει να εξασφαλίζει την στοιχειώδη θεσμική παραγωγή, ρύθμιση, και διανομή προνομίων και αγαθών, όπως την παραγωγή, ρύθμιση και διανομή του προνομίου της δικαιοσύνης (βλέπε δικαστήρια), υγείας (βλέπε νοσοκομεία), μάθησης (βλέπε σχολεία), ασφάλειας (βλέπε αστυνόμευση) κοκ, και ότι αυτή είναι η βασική διαφορά και το διακύβευμα που κρίνει εάν ένας πληθυσμός είναι ανεξάρτητος, ή υπό κατάκτηση -σε συνάρτηση πάντα και με την αναγκαία λογοδοσία της διοίκησης-.

Ο διαμελισμός του Βυζαντίου κατά την Δ` Σταυροφορία -μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204

Πριν από τη Δ` Σταυροφορία ο δόγης της Βενετίας Ερρίκος Dandolo, ο μαρκήσιος Βονιφάτιος Μομφερατικός, ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος και Γάλλοι κόμητες υπέγραψαν συμφωνία, γνωστή ως Pactum Commune, με την οποία καθοριζόταν ο τρόπος διανομής των βυζαντινών εδαφών που θα καταλαμβάνονταν. Την επομένη της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, το 1204, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διαμελίσθηκε και τα εδάφη της μοιράστηκαν μεταξύ των νικητών με την Partitio Terrarum Imperii Romaniae, όπως ονομάζεται το πρωτόκολλο της συμφωνίας διανομής των βυζαντινών εδαφών.

Το Βυζάντιο κατακερματίστηκε σε δουκάτα, βαρωνίες και άλλα κρατίδια υποτελή, συχνά υπό τη διοίκηση τοπικών βυζαντινών αρχόντων (κεφαλάδες), άλλα από αυτά στο Λατίνο αυτοκράτορα, άλλα στους Ενετούς και άλλα σε Φράγκους που είχαν πάρει τίτλους ευγενείας επειδή είχαν διαθέσει στρατιώτες και άλογα για την κατάληψη χωριών και κωμοπόλεων.

Από την πρώτη επίσημη και καταγεγραμμένη μοιρασιά το φθινόπωρο του 1204 μ.χ. προέκυψαν 2 μεγάλες σφαίρες επιρροής: των Ενετών, που αποδείχτηκε η μακροβιότερη και διέθετε την αόρατη συνοχή του εμπορίου, και των Φράγκων, που όμως ήταν κατακερματισμένοι και δίχως ουσιαστικά πολιτική στήριξη από τις πατρίδες τους. Οι συμφωνίες που έγιναν μετά την άλωση προέβλεπαν οι Ενετοί να πάρουν περίπου τα 3/8 της επικράτειας των Βυζαντινών (τα οποία στα χρόνια που ακολούθησαν παρέμειναν σταθερά στα χέρια τους και επαυξήθηκαν) ενώ οι ηγέτες της Σταυροφορίας θα μοιραζόταν τα υπόλοιπα 5/8. Έτσι η πρώτη διανομή δημιούργησε τη Λατινική Αυτοκρατορία των Φράγκων και ένα μεγάλο και σχετικά ενιαίο ναυτικό κράτος (των Ενετών) σε νησιά, λιμάνια και παράλια.

Η Πελοπόννησος μετά την Άλωση

H άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) υπήρξε κομβικό σημείο για την τύχη της Πελοποννήσου κατά το Μεσαίωνα. Μετά την άλωση η Πελοπόννησος κληρώθηκε στους Ενετούς και αποτέλεσε την μεγαλύτερη σε μέγεθος κτήση τους. Επειδή ωστόσο δεν είχαν χερσαίες δυνάμεις, ανέλαβε την κατάκτηση της, ο Βονιφάτιος Μομφερατικός και στη συνέχεια, άλλοι Φράγκοι ιππότες. Αυτοί έθεσαν, ως πρωταρχικούς στόχους τους, την κατάκτηση των φρουρίων του Ναυπλίου, του Άργους και της Κορίνθου.

Α/ Το Ενετικό φορολογικό σύστημα 

Φραγκοκρατία, Ενετοκρατία

Μετά την Άλωση του 1204 εμπόδιο των Φράγκων στην Πελοπόννησο αποτέλεσε αρχικά ο Βυζαντινός άρχοντας Λέων Σγουρός, όμως με το θάνατο του -πιθανότατα στην Ακροκόρινθο το 1209- οι Ναυπλιείς παρεχώρησαν το 1212 δια συνθήκης προς τον Γοδοφρείδο Α’ Βιλλαρδουΐνο, ένα αυτοτελές τμήμα της πόλης, καθώς και το αντίστοιχο ανατολικό φρούριο. Έκτοτε αρχίζει η Φραγκική κυριαρχία επί του Άργους και του Ναυπλίου, υπό την αυθεντία μάλιστα, των μεγάλων Δουκών των Αθηνών, του οίκου de la Roche, στους οποίους τελικά περιήλθαν οι δύο πόλεις.

Το 1389 έχουμε την έναρξη της Α’ Ενετοκρατίας στο Ναύπλιο -και αντίστοιχα στο Άργος το οποίο υπαγόταν σε αυτό ως μικρότερη κτήση- (η οποία διήρκεσε έως την τουρκική κατάκτηση -το 1463 περίπου για το Άργος και το 1540 για το Ναύπλιο). Η Βενετία το απέκτησε αναίμακτα από τους Φράγκους, αντί οικονομικού ανταλλάγματος, καθώς το 1389 η κόρη του αποβιώσαντα Φράγκου ηγεμόνα της πόλης Guy d‘ Enghien, Μαρία, το παρέδωσε στους Βενετούς μετά το θάνατο και του άντρα της Πέτρου Κορνάρου -υπέγραψε τη συμφωνία παραχώρησης των δικαιωμάτων της επί της Αργολίδας προς τη Γαληνότατη τη 12η Δεκεμβρίου 1388 -. Μετά από παρένθεση Τουρκικής κατάκτησης η Β` Ενετοκρατία στην Πελοπόννησο επανήλθε από το 1686 ως το 1715, όποτε η Πελοπόννησος χωρίστηκε σε 4 Νομούς-Επαρχίες, της Ρωμανίας, της Αχαΐας, της Μεσσηνίας, της Λακωνίας, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε 24 περιοχές (που ταυτίζονταν με τα 24 πρώην τουρκικά βιλαέτια).

Σημειωτέον ότι η φορολογική πολιτική των ενετικών κτήσεων δεν ήταν ίδια παντού. Εξαρτώταν τόσο από τα τοπικά προϊόντα που παράγονταν (στην κτήση), όσο και από το προϋπάρχον (της ενετικής κυριαρχίας) φορολογικό σύστημα, δηλαδή ουσιαστικά τις διευθετήσεις που η βυζαντινή διοίκηση είχε κάνει για την είσπραξη των φόρων και τα τοπικά έθιμα που η προηγούμενη διοίκηση ακολουθούσε.
Κάθε μεγάλη ενετική κτήση είχε ένα Δημόσιο Ταμείο (Camera). Το 16ο αιώνα Δημόσιο Ταμείο (Camera) είχαν π.χ. η Κέρκυρα, η Κεφαλονιά, η Λευκάδα, το Ναύπλιο, η Κρήτη, η Κύπρος και αρκετές άλλες κτήσεις. Η οικονομική πολιτική της Βενετίας αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση και απομύζηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων των κτήσεων της, γι’ αυτό και το φορολογικό της σύστημα είχε ως στόχο τον περιορισμό των τοπικών εξόδων και την εισροή κεφαλαίων στα ταμεία της. Το τυχόν πλεόνασμα αυτού του ταμείου -που προέκυπτε από την είσπραξη των φόρων- μεταβιβαζόταν στη μητρόπολη. Αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις, κατά τις οποίες με εντολή της μητρόπολης το πλεόνασμα του Ναυπλίου χρησίμευε στην εξυπηρέτηση των αναγκών του στόλου που κατέπλεε στην πόλη ή αποστελλόταν στο Ταμείο της Κρήτης ή σε άλλη πόλη, για να καλυφθούν έκτακτες ανάγκες.

Υπήρχε αυστηρή γραφειοκρατική οργάνωση των ταμείων των κτήσεων και για την καταγραφή των λογιστικών στοιχείων απασχολούνταν ειδικοί υπάλληλοι, ενώ σε ειδικά λογιστικά βιβλία του Δημόσιου Ταμείου τηρούνταν οι χρεώστες, (τα οποία μάλιστα από ένα χρονικό σημείο και μετά αποστέλλονταν για έλεγχο στην Κρήτη). Υπήρχε ειδικό βιβλίο των οικονομικών υπηρεσιών καταγραφής όσων είχαν φέουδα, ειδικό βιβλίο για τους χρεώστες του φόρου “ζέμορο”, ειδικό βιβλίο για τους μισθωτές αμπελώνων από το κράτος, ειδικό βιβλίο για όσους χρωστούσαν διαφορά ποσά στο κράτος κτλ.

Η Διαδικασία είσπραξης φόρων

Η συνήθης πρακτική για τη συλλογή των φόρων από το κράτος ήταν η ενοικίαση μετά από δημόσιο πλειστηριασμό των δικαιωμάτων είσπραξης σε ιδιώτες. Ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα η είσπραξη των φόρων στο Ναύπλιο γινόταν με αυτήν την πρακτική της εκμίσθωσής τους σε φοροεισπράκτορες. Γνωστοί πλειοδότες-μισθωτές φόρων στο Ναύπλιο ήταν αρκετά μέλη της οικογένειας των Κατέλλων, ο Nicoresin Argirofo, ο Nicoresin da Syo, μέλη της οικογένειας De Nassin και διάφορα μέλη της οικογένειας Da Londa.

Η ενοικίαση λάμβανε χώρα μετά από δημόσιο πλειστηριασμό στη κεντρική πλατεία του Ναυπλίου και ήταν διαδικασία αυστηρά προκαθορισμένη με διατάγματα. Γινόταν από τους αρμόδιους υπαλλήλους – και αφού αυτό είχε γνωστοποιηθεί στον Προϊστάμενο της Γραμματείας- σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα, ενώ τηρείτο ειδικό βιβλίο μισθωτών με ονόματα και χρηματικές εγγυήσεις που κατέβαλαν στο κράτος, πριν αναλάβουν την μίσθωση κάποιου φόρου. Τυχόν διαφωνία κατά την εκμίσθωση των φόρων που θα οδηγούσε σε ενστάσεις εκδικαζόταν από το ανώτερο δικαστήριο της πόλης.

Ο πλειοδότης φοροεισπράκτορας κατέβαλε προκαταβολικά μέρος των οφειλόμενων (από τον πλειστηριασμό) στο δημόσιο ταμείο και στη συνέχεια ξεκινούσε την είσπραξη των φόρων από τους φορολογούμενους -βάση καταλόγων τους οποίους του χορηγούσαν οι οικονομικές υπηρεσίες-. Όφειλε δε να τηρεί λεπτομερή βιβλία, όπου θα κατέγραφε τόσο τις εισπράξεις, όσο και τα ονόματα των υπόχρεων στο φόρο. Το σύστημα αυτό εξασφάλιζε μεν στη Βενετία τη σταθερή είσπραξη των φόρων, ήταν όμως πηγή πολλών αυθαιρεσιών (ιδίως στην είσπραξη του φόρου της δεκάτης κατά αρκετές πηγές).

Για την καταπολέμηση της αισχροκέρδειας και της υπερφορολόγησης των πολιτών η μητρόπολη Βενετία είχε λάβει κάποια μέτρα, όριζε ειδικό υπάλληλο εκτιμητή των οφειλόμενων φόρων, ο οποίος συνέτασσε, πριν από τη φορολόγηση, ειδικούς καταλόγους με το ατομικό εισόδημα των φορολογούμενων. Παράλληλα απαιτούσε την τήρηση βιβλίου είσπραξης φόρων, ενώ υπήρχε υποχρέωση των γραμματέων να εκδίδουν αποδείξεις εξόφλησης των οφειλών. Υπήρχε επίσης δυνατότητα εκδίκασης από τα τοπικά δικαστήρια των φορολογικών διαφορών ανάμεσα στους φοροεισπράκτορες και τους φορολογούμενους.

Βέβαια αρκετοί εύποροι κάτοικοι όταν θεωρούσαν ότι αδικούνταν προσέφευγαν κατευθείαν στην μητρόπολη Βενετία για να εκθέσουν τα παράπονα τους και να τακτοποιήσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους ή ακόμη για να αιτηθούν φορολογικές απαλλαγές.

Φορολογούμενοι, είδη φόρων και θέσπιση φορολογικών ατελειών και απαλλαγών

Στο Ενετικό φορολογικό σύστημα υποκείμενα της φορολόγησης ήταν όλοι οι πολίτες ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης. Πλην όμως, υπήρχαν πολλές διακρίσεις ανάμεσα στους γηγενείς και τους Ενετούς πολίτες και ακόμα τους τρίτους -ξένους προς την κτήση-, ορισμένα μέτρα καταναγκασμού για την απόδοση φόρων εφαρμόζονταν μόνο σε αλλοδαπούς (π.χ. ο εγκλεισμός για να μη διαφύγουν χωρίς να τους αποδώσουν, που δεν εφαρμοζόταν από ένα χρονικό σημείο και μετά στους κατοίκους των κτήσεων) ή ορισμένοι φόροι δεν αποδίδονταν καθόλου από τους Ενετούς (για παράδειγμα μόνο τα μη ενετικά πλοία πλήρωναν φόρο όταν φόρτωναν εμπορεύματα σε ενετικούς λιμένες).

Αντικείμενα της φορολόγησης ήταν οι μισθοί, τα εισοδήματα κάθε είδους και η τιμή κάθε προϊόντος, είτε ήταν γεωργικά προϊόντα, είτε βιοτεχνικά, είτε ήταν φόρος που αντιστοιχούσε σε κάθε δημόσια υπηρεσία που παρεχόταν.

Οι πολίτες των κτήσεων κατέβαλλαν στο κράτος ένα πλήθος από άμεσους και έμμεσους φόρους. Στους άμεσους φόρους ο πιο κοινός ήταν η δεκάτη, η οποία εφαρμοζόταν επί των γεωργικών προϊόντων, επί των κτηνοτροφικών προϊόντων, επί των μισθών και επί όλων των εισοδημάτων γενικώς. Άμεσοι φόροι, οι οποίοι είλκαν την καταγωγή τους από το βυζαντινό φορολογικό σύστημα που είχε προηγηθεί, ήταν το ακρόστιχο, το αερικό, το ζευγαρίκιο, το γημόριο, το βιλλαντικό, το καπνικό. Επίσης άμεσοι φόροι ήταν ο φόρος της νομής των ζώων (το herbatigo, φόρος προς τον ιδιοκτήτη των βοσκοτόπων) και ο φόρος των εστιών.

Οι έμμεσοι φόροι υπολογίζονταν επί της τιμής της κατανάλωσης των προϊόντων, αλλά και επί της παροχής υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης. Έμμεσοι φόροι ήταν οι δασμοί εισαγωγών ή εξαγωγών των προϊόντων, οι φόροι στα άλευρα, ο φόρος στα οινοπωλεία, ο φόρος στο αλάτι, ο φόρος στο ξύλο, ο φόρος των δικαιωμάτων λιανικής πώλησης, ο φόρος εισόδου πλοίου σε λιμένες, ο φόρος επί των εμπορευμάτων που φορτώνονταν σε μη ενετικά πλοία, τα τέλη διαμετακόμισης, τα τέλη των πορθμείων, ο φόρος της μεσιτείας, ο φόρος στο λευκό κερί, ο φόρος επί του δικαιώματος πώλησης ψαριών -που ισοδυναμούσε με την άδεια άσκησης επαγγέλματος του ιχθυοπώλη-, ο φόρος datio delia porta δηλαδή των ζώων που εισάγονταν ή εξάγονταν από το Ναύπλιο, ο φόρος επί των σφαγίων που εξαρτώταν από το μέγεθος του ζώου, ο φόρος vigilatico που αφορούσε την χρηματοδότηση δαπανών -σε εργατικά και υλικά- για την κατασκευή των τειχών.

Χαρακτηριστικά ο Αθανάσιος Κονδύλης σχετικά με την ενετική φορολογία στο Ναύπλιο αναφέρει:

Οι δέκα σημαντικότεροι φόροι, για τους οποίους υπάρχουν αρκετές αρχειακές αναφορές και τους οποίους πλήρωναν σχεδόν όλοι οι Ναυπλιώτες ήταν οι εξής :

1 ) Φόροι επί των σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων. Οι φόροι που πλήρωναν οι παραγωγοί ήταν κυρίως το «zemoro», δηλαδή η δεκάτη επί των παραγόμενων αγροτικών αγαθών και το «somazo», που αφορούσε την εισαγωγή στην πόλη ενός αγροτικού προϊόντος για πώληση. Η εξαγωγή σίτου γινόταν μόνο κατόπιν αδείας της Διοίκησης του Ναυπλίου. Αντίθετα, η πόλη εισήγαγε αρκετά σιτηρά από άλλες κτήσεις και τα πλοία που κατέφταναν φορτωμένα με σιτάρι φορολογούνταν στο λιμάνι. Το 16° αιώνα, όσοι χονδρικώς (in grosso) πωλούσαν ή αγόραζαν σιτάρι, όφειλαν να πληρώνουν το φόρο της δεκάτης μέχρι το τέλος μαρτίου του επόμενου χρόνου. Η χονδρική πώληση σιτηρών επιβαρυνόταν με έκτακτους φόρους, γεγονός που συχνά προκαλούσε τις διαμαρτυρίες των κατοίκων, οι οποίοι ζητούσαν από τη μητρόπολη φορολογικές απαλλαγές.
2) Ο φόρος του αλατιού, ο οποίος ενοικιαζόταν κάθε τρία χρόνια και απέφερε στο Ταμείο της πόλης τουλάχιστον 12.000 υπέρπυρα. Το αλάτι προερχόταν από τις αλυκές του Θερμησίου και το 1531 η ετήσια παραγωγή ανήλθε σε 2.000 mozza (667.000 λίτρα). Κάθε πλειοδότης-μισθωτής όφειλε να πωλεί πρώτα το περίσσευμα αλατιού που είχε από τον προηγούμενο μισθωτή και μετά να πωλεί το καινούργιο.
3) Ο φόρος της μεσιτείας (messetaria). Αρχικά σχετιζόταν με τους μεσίτες του χονδρικού εμπορίου και επιβαλλόταν επί της αγοραπωλησίας οποιουδήποτε εμπορεύματος ή ακινήτου. Το 14° αιώνα ήταν ύψους 1% και τόν κατέβαλλαν εξ ημισείας και οι δύο εταίροι της αγοραπωλησίας, αν και συνήθως το ποσοστό του φόρου άλλαζε και καθοριζόταν από την εκάστοτε Διοίκηση της κτήσης. Το 16° αιώνα αυτός ο φόρος στο Ναύπλιο ανερχόταν στο 0,5% επί παντός πωλούμενου εμπορεύματος, εκμισθωνόταν για 12 μήνες και μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις για 18 μήνες. Κανείς δε μπορούσε να είναι μεσίτης (messela, missiiis, sensarius) χωρίς την άδεια του κράτους. Επειδή απέφερε μεγάλα έσοδα, γι’ αυτό ο πλειστηριασμός αυτού του φόρου είχε αρκετούς ενδιαφερομένους.
4) ο φόρος σε κερί, και μάλιστα σε λευκό κερί, το οποίο θεωρούνταν αρίστης ποιότητας. Τόν πλήρωναν όλοι οι κάτοικοι, υπολογιζόταν σε λίβρες και ελάχιστοι μόνο πολίτες ήταν απαλλαγμένοι, κυρίως οι πιο πτωχοί που κατοικούσαν έξω από τα ανατολικά τείχη της πόλης. Από το κράτος είχαν καθοριστεί ειδικές πληρωμές σε κερί για τους Φεουδάρχες του Ναυπλίου και για τους επαγγελματίες που διέθεταν καταστήματα στην κεντρική πλατεία της πόλης.
5) Ο φόρος επί του δικαιώματος πώλησης ψαριών. Ο φοροεισπράκτορας που εισέπραττε το φόρο, χορηγούσε και την άδεια άσκησης επαγγέλματος στους ιχθυοπώλες. Επίσης, υπήρχε επιπλέον φόρος 1 % επί της πώλησης των ψαριών για τους μισθούς και τη στέγαση των μισθοφόρων.
6) Φόρος οινοπωλείων ή λιανικής πώλησης κρασιού (spina ή quartaria). Την 1 η Οκτωβρίου 1500 εκμισθώθηκε για 2.088 υπέρπυρα 1419, ενώ την περίοδο 1523-1528 χορηγήθηκε φορολογική απαλλαγή στους κατοίκους του Ναυπλίου και πληρωνόταν μόνον ο μισός φόρος.
7) Ο φόρος «datio delia Porta». Τόν πλήρωναν οι μη Βενετοί υπήκοοι των ζώων που εισάγονταν ή εξάγονταν από το Ναύπλιο και ανερχόταν σε 2 τορνέζια για κάθε ζώο. Κατά τα έτη 1529-1531 η είσπραξη του φόρου ενοικιαζόταν για 500 υπέρπυρα ετησίως και πληρωνόταν μόνον από τους Οθωμανούς υπηκόους.
8) Ο φόρος «vigilatico», ο οποίος χρησιμοποιούνταν, για να πληρώνονται οι μισθοί των εργατών αλλά και για να αγοράζονται υλικά για την κατασκευή του τείχους. Στις αρχές του 15ου αιώνα απέφερε στο Ταμείο της πόλης 744 υπέρπυρα ετησίως (560 δουκάτα) και καταργήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1412, μετά από αίτηση των κατοίκων.
9) Ο φόρος επί των σφαγείων ή «delia Becharia». Στο Ναύπλιο ενοικιαζόταν για τρία χρόνια και ήταν ανάλογος με το βάρος και την ποιότητα του σφαγίου.
10) Ο φόρος για τη νομή των ζώων (herbadigo). Πληρωνόταν από τους ιδιοκτήτες των ζώων στους ιδιοκτήτες των βοσκότοπων, πολλοί από τους οποίους ήταν κρατικοί. Ανάλογος φόρος επιβλήθηκε το 1451 στους ξένους κτηνοτρόφους, μετά από διαμαρτυρία των κατοίκων του Ναυπλίου στη Βενετία ότι τα ζώα των υπηκόων του Δεσπότη Δημητρίου Παλαιολόγου χρησιμοποιούσαν δωρεάν τους βοσκότοπους στην Αργολίδα.

Φορολογικές ατέλειες, φοροαπαλλαγές, ρυθμίσεις χρεών και χρηματοδότηση από την μητρόπολη – αναγκαστικά μέτρα είσπραξης των φόρων

Ας σημειωθεί, τέλος, ότι όχι σπάνια δίνονταν φορολογικές απαλλαγές ή ατέλειες ή εξαιρέσεις σε διάφορες πληθυσμιακές ομάδες (μέλη αστικών κοινοτήτων ή ακόμα και σε πληθυσμούς που μεταφέρονταν από άλλες περιοχές για την ενίσχυση της γεωργίας, όπως έγινε το 1397 μετά από μια καταστροφική τουρκική επιδρομή και την ερήμωση της Αργολικής υπαίθρου, οπότε δόθηκαν απαλλαγές σε πληθυσμούς -αρβανίτες και ορεσίβιους- για να την πυκνώσουν) ή και σε περιοχές που υποτάχθηκαν χωρίς αντίσταση ή σε παράλιες ή νησιώτικες περιοχές που δέχονταν πολλές εχθρικές επιδρομές.

Σημειωτέον ότι μετά τη λήξη του δευτέρου βενετοτουρκικού πολέμου το 1503 η χάραξη των βενετοτουρκικών συνόρων άφησε ελάχιστη καλλιεργήσιμη γη στους Ναυπλιώτες αγρότες και stratioti, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να μεταναστεύσουν σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, για να αποκτήσουν μεγαλύτερους και παραγωγικότερους αγροτικούς κλήρους, και να μειωθούν σε μεγάλο βαθμό οι φορολογούμενοι αγρότες και συνακόλουθα τα έσοδα του Ναυπλίου από τους γεωργικούς φόρους.

Ο Α. Κονδύλης σχετικά με τις ενετικές φορολογικές ατέλειες, φοροαπαλλαγές, ρυθμίσεις χρεών αναφέρει:
Η Βενετία προσπάθησε να ενισχύσει την τοπική κοινωνία και οικονομία του Ναυπλίου, που είχαν πληγεί κατά τη διάρκεια του δευτέρου βενετοτουρκικού πολέμου, λαμβάνοντας σοβαρά μέτρα ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα. Σε αυτό το πλαίσιο απαγόρευσε δια νόμου τη φυλάκιση πολιτών για χρέη προς το Δημόσιο, ενώ συμβούλευε τους Διοικητές να λαμβάνουν μέριμνα, ώστε να γίνεται ευνοϊκή ρύθμιση των χρεών. μια ανάλογη ρύθμιση έγινε το 1535 ειδικά για τους stratioti, οι οποίοι όφειλαν διάφορα μικροποσά.

Επίσης, για χρέη κάτω των 4 δουκάτων δεν επιτρεπόταν να γίνεται εκποίηση ακινήτων (γης, σπιτιών, αποθηκών, κ.τ.λ.), ενώ η φυλάκιση για χρέη ίσχυε μόνο για τους ξένους (forestieri), που διέμεναν προσωρινά στην πόλη και ήταν ύποπτοι φυγής.

Στο ίδιο πλαίσιο το 1499 και το 1501 η Βενετία χορήγησε σε 40 οικογένειες του Ναυπλίου δεκαετή φορολογική απαλλαγή, ώστε να αποκαταστήσουν τις κατεστραμμένες από τον πόλεμο περιουσίες τους.

Η ίδια φορολογική απαλλαγή ίσχυσε αργότερα για όλους τους κατοίκους του Ναυπλίου και το 1506 επεκτάθηκε στα 15 έτη. Αυτό το μέτρο καταργήθηκε το 1519, αλλά αργότερα οι Ναυπλιώτες, ύστερα από συνεχείς αιτήσεις τους στη Βενετία, έλαβαν και νέες φορολογικές απαλλαγές.

Στα μέσα του 15ου αιώνα η κατάσταση του Ταμείου του Ναυπλίου άρχισε σταδιακά να επιδεινώνεται και η πόλη δανειζόταν χρήματα από άλλες κτήσεις, για να ολοκληρώσει τις οχυρωματικές εργασίες. Έτσι, το 1442 δόθηκε εντολή στο Ναύπλιο να δανείζεται για πέντε χρόνια από το Ταμείο της Χαλκίδας 200 δουκάτα ετησίως (δηλαδή, συνολικά 1.000 δουκάτα) για τις εργασίες που ήταν σε εξέλιξη στα τείχη του. Η κατάσταση δε βελτιώθηκε τα επόμενα χρόνια και σύμφωνα με μια αναφορά, όταν ήταν Υπεύθυνος των Οικονομικών Υπηρεσιών του Ναυπλίου ο Retro de Canali πριν από το 1453, τα έσοδα ήταν τόσο μειωμένα, αφού αρκετοί ιδιώτες χρωστούσαν διάφορα ποσά, ενώ δεν περίσσευαν χρήματα στο Ταμείο της πόλης ούτε και για την πληρωμή του δικού του μισθού. Το θέμα απασχόλησε σοβαρά και τους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι το 1450 απέστειλαν πρεσβεία στη μητρόπολη και ανέφεραν, ότι τα έξοδα του Ταμείου ήταν αυξημένα, ενώ τα έσοδα αρκετά μειωμένα. Κατά την άποψή τους αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η Διοίκηση είχε παραχωρήσει αρκετά φέουδα σε Αλβανούς και άλλους εποίκους, οι οποίοι όχι μόνο τά είχαν παραμελήσει, αλλά δεν πλήρωναν και φόρους.

Επιπλέον, η ταραγμένη πολιτική κατάσταση στην Πελοπόννησο και, μετά το 1457, ο πόλεμος ανάμεσα στους Δεσπότες του Μυστρά, είχαν σχεδόν καταστρέψει οικονομικά την Αργολίδα, η οποία συχνά δεχόταν επιδρομές από στρατεύματα των αντιπάλων. Η Βενετία προσπάθησε να λάβει κάποια μέτρα, για να βελτιώσει την κατάσταση. Έτσι, αφενός μείωσε τη φορολογία των εισοδημάτων στο Ναύπλιο – και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που στις αρχές τα δεκαετίας του 1480 ο Διοικητής Bartholomeo Minio ανέφερε, ότι η φορολογία που επιβλήθηκε στο Ναύπλιο ήταν από τις χαμηλότερες σε σχέση με άλλες κτήσεις – και αφετέρου διέταξε τον Υπεύθυνο των Οικονομικών Υπηρεσιών να μην προβαίνει σε φορολογικές διευκολύνσεις των πολιτών παρά μόνο με διαταγή του Διοικητή. Αλλά η κατάσταση δε βελτιώθηκε, αφού γύρω στο 1460 εξαιτίας και των συχνών τουρκικών επιδρομών ο πληθυσμός της Αργολίδας είχε μειωθεί και μαζί και τα έσοδα του Ναυπλίου, ενώ με δυσκολία πλέον μπορούσε το Ταμείο της πόλης να πληρώνει τους δημόσιους υπαλλήλους.

Το 16° αιώνα η οικονομική κατάσταση του Ναυπλίου επιδεινώθηκε περισσότερο. Η οικονομία της πόλης είχε καταστραφεί κατά το δεύτερο βενετοτουρκικό πόλεμο, τα αποθέματα σιτηρών που υπήρχαν στις κρατικές αποθήκες ήταν ελάχιστα, στην πόλη δεν εισάγονταν παρά ελάχιστα σιτηρά από την τουρκική πλέον ύπαιθρο και μόνο οι τακτικοί ανεφοδιασμοί από το βενετικό στόλο βελτίωναν την κατάσταση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής ήταν υπερβολικά υψηλές. Η έλλειψη σίτου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η τρέχουσα τιμή του (5 λίρες ανά στάρο) ήταν πιο ακριβή ακόμα και από την τιμή που είχε κατά την περίοδο του πολέμου, αφού το 1502 τα σιτηρά πωλούνταν προς 4 λίρες ανά στάρο (83,3 κιλά).

Επίσης, ήταν αδύνατη η είσπραξη φόρων, αφού υπήρχε έλλειψη χρημάτων, και γι’ αυτό οι φοροεισπράκτορες όχι μόνον αρνούνταν να αναλάβουν το αξίωμα αλλά, όσοι είχαν εκμισθώσει φόρους πριν από τον πόλεμο και δεν είχαν προλάβει να τούς συλλέξουν, ζητούσαν αποζημιώσεις για τα ποσά που είχαν προκαταβάλει στο κράτος. μάλιστα, το 1500 ο μόνος φόρος που εκμισθώθηκε στην πόλη ήταν ο φόρος του κρασιού (a la spina) για 2.088 υπέρπυρα (155 δουκάτα), ενώ η Διοίκηση ζητούσε από τη Βενετία επειγόντως χρήματα για τις ανάγκες της πόλης.

Β/ Το Οθωμανικό φορολογικό σύστημα

Η Α` Τουρκοκρατία στην Πελοπόννησο διήρκησε από το 1460 έως το 1686, οπότε η χερσόνησος αποτέλεσε ένα πασαλίκι με 24 βιλαέτια. Ειδικά στην Αργολίδα η Α` Τουρκοκρατία ξεκινά με την κατάκτηση του Άργους περίπου το 1463 και του Ναυπλίου το 1540. Τέλος η Β` Τουρκοκρατία διήρκησε από το 1715 έως το 1821, με την Πελοπόννησο να χωρίζεται διοικητικά αρχικά σε 23 και στη συνέχεια σε 25 βιλαέτια.

Μετά την κατάκτηση ή επανακατάκτηση μίας περιοχής συντασσόταν ειδικός κανουνναμές (νομοθετική ρύθμιση) που προέβλεπε αναλυτικά όλους τους οφειλόμενους φόρους και το ύψος τους. Tο οθωμανικό φορολογικό σύστημα ήταν σε τέτοιο βαθμό περίπλοκο που παρατηρείται, μερικές φορές σύγχυση σε μελετητές ως προς τα είδη των φόρων και λαθεμένη ταύτιση ενός φόρου με άλλον. Σημειωτέον ότι στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η φορολογία εξελίχθηκε και δεν παρέμεινε στάσιμη, ωστόσο τα τυπικά χαρακτηριστικά του οθωμανικού φορολογικού συστήματος διαμορφώθηκαν την περίοδο που σουλτάνος ήταν ο Σουλεϊμάν ο μεγάλος ή Νομοθέτης (1520-1566).

Μια γενική εικόνα για τα φορολογικά βάρη

– Στη φορολογία εντοπίζονται οι σημαντικότερες διακρίσεις σε βάρος των μη μουσουλμάνων, σύμφωνα με τη βασική αρχή του ισλαμικού δικαίου ότι οι «άπιστοι» θεωρούνται κατώτεροι, και, συνεπώς, πρέπει να πληρώνουν περισσότερους και βαρύτερους φόρους·
– Τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας οι φορολογικές υποχρεώσεις των χριστιανών ήταν, μάλλον, ελαφρύτερες σε σχέση με τους επόμενους. Κατά την πρώτη περίοδο της δεύτερης Τουρκοκρατίας, δηλαδή μέχρι τα Ορλωφικά, η φορολογία ήταν επίσης σχετικώς ελαφρά. Όμως κατά τη μετάβαση από τον ΙΗ’ στον ΙΘ’ αιώνα αυξήθηκε, πράγμα που είχε αρνητικές επιπτώσεις στους καλλιεργητές και μικρούς γαιοκτήμονες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στον δανεισμό και, τελικά, έχασαν τα κτήματά τους. Ο φόρος είχε ανέλθει ”εις υπέρογκον βαθμόν” μέχρι το 1805, κι από τότε μέχρι το 1821 είχε αυξηθεί πολύ περισσότερο.

Ο φοροεισπρακτικός ρόλος των κοινοτήτων

Στην Πελοπόννησο κατά την Τουρκοκρατία το φορολογικό σύστημα συνδεόταν άμεσα με το θεσμό των κοινοτήτων και ίσχυε διανεμητικό σύστημα των φορολογικών υποχρεώσεων. Η λειτουργία του φοροεισπρακτικού μηχανισμού των κοινοτήτων εξυπηρετούσε τον κατακτητή, ο οποίος χρησιμοποιούσε Έλληνες ως κατώτερα όργανα φορολογικής διαχείρισης.

Πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι Έλληνες που είχαν σχέση με τη δημοσιονομική αυτή λειτουργία δεν ήσαν μόνο οι προεστοί ως εκπρόσωποι του νομικού προσώπου κάθε κοινότητας, αλλά και διάφοροι άλλοι, προεστοί και μη, οι οποίοι επέσυραν αρνητικές κρίσεις για τη φοροεισπρακτική τους δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να επεκτείνονται οι κρίσεις αυτές σ’ ολόκληρο το προυχοντικό σώμα. Ωστόσο οι κοινοτικοί άρχοντες συχνά ήσαν υποχρεωμένοι να ικανοποιούν τις φορολογικές απαιτήσεις του κατακτητή, ακόμη κι αν αυτές ήσαν αυθαίρετες και αποσκοπούσαν στην ικανοποίηση ιδιοτελών απαιτήσεων ισχυρών αξιωματούχων.

Όμως και οι ίδιοι είχαν ποικίλα ωφελήματα. Από τη φορολογία εξασφαλιζόταν η δική τους αμοιβή, όπου καταβαλλόταν, τα έξοδα των βεκήλιδων και οι διάφορες δαπάνες για την εξυπηρέτηση των κομματικών του συμφερόντων. Η εξουσιαστική τους επιβολή, όταν δεν μπορούσε να γίνει μέσα από την παραγωγική διαδικασία, πραγματοποιούνταν έμμεσα με τη φορολογία, δηλαδή είτε με τη φορολογική διαχείριση στον κοινοτικό χώρο είτε με την ενοικίαση των φορολογικών προσόδων.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παραχώρηση στους αιρετούς εκπροσώπους των υπόδουλων Ελλήνων, δηλαδή τους προεστούς, του δικαιώματος συμμετοχής στη διανομή και της αποκλειστικότητας στη συγκέντρωση των φόρων οδήγησε βαθμιαία στη μείωση της εξουσιαστικής επιρροής των Τούρκων και τη δημιουργία ευνοϊκών προϋποθέσεων για την έκφραση της πολιτικής δυναμικής και την ενίσχυση των προσπαθειών για την επίτευξη εθνικών στόχων. Η κοινωνική συντροφικότητα που αναπτύχθηκε στις κοινότητες, οι οποίες ήσαν συλλογικώς και αλληλεγγύως υπεύθυνες απέναντι στην τουρκική εξουσία, έδωσε σ’ αυτές την πλήρη εξουσία πάνω στα μέλη τους, όχι μόνο φορολογική αλλά και πολιτική, εκκλησιαστική και δικαστική.

Τα έξοδα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Η αυτοδιοίκηση απορροφούσε ένα μέρος φορολογίας, όχι το πιο μεγάλο. Αν κρίνουμε από την περίπτωση της Γορτυνίας, ένα μικρό μέρος (μόλις στο 5, 65%) της συνολικής φορολογίας αφορούσε στη λειτουργία της αυτοδιοίκησης (μισθούς και οδοιπορικά έξοδα προεστών). Σε 1500 γρόσια ανερχόταν στην Πελοπόννησο τα έξοδα της αυτοδιοίκησης όλων των βαθμών, ενώ ο λαός επιβαρυνόταν με 8.400.000 γρόσια. Στην Πύλη καταβάλλονταν 1.400.000 γρόσια, και στην κεντρική και επαρχιακή διοίκηση τα υπόλοιπα 5.500.000 γρόσια.

Η Διαδικασία Είσπραξης των φόρων, -πληθυσμιακές απογραφές και πλήρες κτηματολόγιο στη βάση της

Το Οθωμανικό κράτος όριζε ετησίως το πόσο που έπρεπε να εισπραχθεί από το δημόσιο ταμείο, και έπειτα ο φόρος διενέμετο, ανάλογα με τις τοπικές δυνατότητες, στις κατά τόπους επαρχίες και κοινότητες.

Οι φορολογικές υποχρεώσεις των υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας προσδιορίζονταν με λεπτομερειακό τρόπο από τα κατάστιχα του δημόσιου ταμείου. Τα κατάστιχα αυτά στηρίζονταν σε συστηματικές κτηματικές απογραφές που πραγματοποιούνταν, ιδιαίτερα την πρώτη περίοδο της αυτοκρατορίας, κάθε τρία χρόνια. Οι γενικές αυτές απογραφές συμπληρώνονταν και από μερικότερες που διεξάγονταν σε επί μέρους επαρχίες.

Έτσι, στην οθωμανική κοινωνία υπήρχαν αναλυτικά φορολογικά κατάστιχα όπως και πλήρες κτηματολόγιο, στα οποία απεικονίζονταν τόσο οι φορολογικές υποχρεώσεις των υπηκόων όσο και οι ιδιοκτησιακές σχέσεις που επικρατούσαν. Υπεύθυνη για την τήρηση των φορολογικών καταλόγων και του κτηματολογίου ήταν η κεντρική εξουσία που με αποσπάσματα εφοδίαζε τους τιμαριώτες για να εισπράττουν τους φόρους στην περιοχή της ευθύνης τους.

Σε περίπτωση διαφοράς οι φορολογούμενοι μπορούσαν να προσφύγουν στα δικαστήρια, που έκριναν αποκλειστικά με βάση τα στοιχεία των φορολογικών καταλόγων και του κτηματολογίου.

Κατά τη σύνταξη στην Τριπολιτσά του φορολογικού καταστίχου, του ”Κοινού καταστίχου του Μορέως”, τον κύριο λόγο είχε το συμβούλιο των εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, στο οποίο συμμετείχαν και εκπρόσωποι των ελληνικών κοινοτήτων. Από τους επαρχιακούς προεστούς και τους προεστούς των κοινοτήτων γινόταν η σύνταξη του κατάστιχου του Καζά, το οποίο στελλόταν στην Τριπολιτσά προς επικύρωση από τον αρμόδιο καδή.

Χωρίς την έγκριση των προεστών, οι οποίοι ήσαν υπόλογοι μόνο στον πασά, δεν μπορούσε να γίνει καμία διανομή ή είσπραξη φόρου. Η προσωπική ευθύνη που συνεπαγόταν η διαχείριση των οικονομικών της κοινότητας, καθώς και η υποχρέωση καταβολής του καταλογισθέντος φόρου, κατέστησαν τον ρόλο των προεστών στη δημοσιονομική λειτουργία των κοινοτήτων σημαντικότατο. Αν ληφθεί υπόψη ότι με την ανάληψη του αξιώματος τους οι προεστοί προκατέβαλλαν τις φορολογικές υποχρεώσεις της κοινότητας, είναι εύκολο να κατανοήσουμε την αγωνιώδη προσπάθειά τους να εισπράξουν τα οφειλόμενα από τους φορολογούμενους κατοίκους, και μάλιστα όταν υπήρχε αδυναμία να φανούν συνεπείς στη συγκεκριμένη υποχρέωσή τους.

Τα είδη των φόρων

Οι βασικοί φόροι του οθωμανικού φορολογικού συστήματος ήταν ο κεφαλικός, η δεκάτη και τα τελωνειακά τέλη ενώ γενικά οι φόροι διακρίνονταν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: σε τακτικούς -ή ιερούς φόρους (resmi orfiye)- και σε έκτακτους (αβαρίζ, τ. avariz).

Στην οθωμανική κοινωνία, όμως, η μορφή απόσπασης πλεονάσματος που είχε καθοριστική σημασία για τη λειτουργία του συστήματος, ήταν ο έγγειος φόρος. Υπόχρεοι για την καταβολή έγγειου φόρου ήταν όλοι όσοι καλλιεργούσαν τη γη ανεξάρτητα από θρησκεία. Η βαρύτητα του έγγειου φόρου πήγαζε από τον αγροτικό χαρακτήρα της τουρκικής οικονομίας. Σε μια τέτοια οικονομία η εργασία του αγρότη, που δεν ήταν ούτε δούλος ούτε δουλοπάροικος αλλά ένα είδος αγρότη του κράτους, αποτελούσε το βασικό παραγωγικό συντελεστή και ως τέτοιος την κύρια πηγή δημιουργίας πλεονάσματος. Έτσι το πλεόνασμα που παραγόταν είχε πρωταρχικά αγροτικό χαρακτήρα.

Ο κεφαλικός φόρος

O κυριότερος τακτικός φόρος ήταν η τζιζιέ (τ. cizye), γνωστός και ως κεφαλικός φόρος· που προοριζόταν για ειδικό τμήμα του αυτοκρατορικού θησαυροφυλακίου. Tον κατέβαλλαν μόνο οι μη μουσουλμάνοι. Ως τα τέλη του 17ου αι. καταβαλλόταν από κάθε οικογένεια ανάλογα με την οικονομική της κατάσταση. Στη συνείδηση του χριστιανικού λαού είχε μείνει ως χαράτσι γιατί ακόμη και σε καπουνναμέδες συχνή είναι η χρήση του όρου χαράτσι για τον κεφαλικό φόρο. Δήλωνε τον φόρο υποτέλειας των μη μουσουλμάνων στα ισλαμικά κράτη. Γι’ αυτό, στη συνείδηση των χριστιανών το χαράτσι ήταν συνώνυμο της σκλαβιάς.

Απαλλάσσονταν οι απασχολούμενοι σε κρατική υπηρεσία, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι κληρικοί και οι ανάπηροι. Tο αρχικό του ύψος ήταν 12, 24 ή 48 ντιρχέμ ασημιού -1 ντίρχεμ = 3,207 γραμμάρια-. H πληρωμή αυτού του φόρου γινόταν ανά hane (= εστία), δηλαδή νοικοκυριό με την ευρύτερη έννοια, που δήλωνε όσους κατοικούσαν κάτω από την ίδια στέγη, αλλά ήταν οικονομικά ανεξάρτητοι. Π.χ. ένας γιος που ζούσε στο σπίτι των γονιών του, έχοντας όμως ανεξάρτητη πηγή εισοδήματος, αποτελούσε έναν χανέ. Ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες (όπως οι μεταλλωρύχοι της Xαλκιδικής ή οι φύλακες των δερβενιών) πλήρωναν χαμηλότερο κεφαλικό φόρο.

Ενδεικτικά, το 1491 τα νοικοκυριά που υπόκεινταν σε κεφαλικό φόρο στα Bαλκάνια ανέρχονταν σε 674.357 (από αυτά τα 34.970 πλήρωναν χαμηλότερο φόρο). Συνήθως ο φόρος αυτός πληρωνόταν με ένα κατ’ αποκοπή συνολικό ποσό (σύστημα maktu). Συνήθως όμως δεν λαμβανόταν υπόψη η μείωση του πληθυσμού από θανάτους, μεταναστεύσεις ή άλλες αιτίες με συνέπεια λιγότερα άτομα να πληρώνουν μεγαλύτερο αναλογικά φόρο που έτσι καθίστατο περισσότερο επαχθής.

H δεκάτη

Στις συνθήκες αυτές η κυρίαρχη μορφή έγγειου φόρου ήταν η δεκάτη, που στη διαδρομή της οθωμανικής αυτοκρατορίας πήρε πολλές μορφές. H δεκάτη ήταν φόρος επί της παραγωγής αγροτικών προϊόντων (το 1/10). Συχνά όμως κυμαινόταν ανάμεσα στο ένα όγδοο με ένα δεύτερο του παραγόμενου προϊόντος, ανάλογα με τη γονιμότητα του εδάφους ή το είδος του καλλιεργούμενου προϊόντος. Για κάθε τόπο η δεκάτη ήταν σταθερά καθορισμένη και καταχωριζόταν στον οικείο φορολογικό κατάλογο. Ως φόρος η δεκάτη δεν επιβάρυνε το πρόσωπο αλλά τη γη, ανεξάρτητα από το ποιος ήταν ο κάτοχος ή ο νομέας της.

Η δεκάτη που προερχόταν από την καλλιέργεια ιδιωτικής ή σουλτανικής γης, παραδινόταν στους εκπροσώπους του κρατικού ταμείου. Αντίθετα, εκείνη που προερχόταν από γαίες που ανήκαν σε τιμάρια, καταβαλλόταν στον τιμαριούχο, που μάλιστα σε σχέση με τους αγρότες διέθετε δίμηνη προθεσμία για να πουλάει μονοπωλιακά τα προϊόντα της δεκάτης. Κατέβαλλαν όλοι οι παραγωγοί στον τιμαριώτη. Συνήθως οι χριστιανοί κατέβαλλαν το 1/8, ή και το 1/5. Επιπλέον οι αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να παραδίδουν τη δεκάτη στην αποθήκη του τιμαριώτη, να μεταφέρουν πρώτα τα δημητριακά στο αλώνι για το αλώνισμα και μετά τον καρπό στις αποθήκες.

Θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η παράδοση αυτή δεν είχε χαρακτήρα προσωπικής δέσμευσης αλλά αποτελούσε υποχρέωση απέναντι στο κράτος, που παραχωρούσε τη δεκάτη στον τιμαριούχο σαν αμοιβή για τις διοικητικές και στρατιωτικές υπηρεσίες που παρείχε ο τελευταίος στην κεντρική εξουσία. Συνεπώς η μορφή αυτή αγγαρείας αποτελούσε υποχρέωση του αγρότη απέναντι στο κράτος.

Τα τελωνειακά τέλη

Εκτός από τον κεφαλικό φόρο και τη δεκάτη, βασική κατηγορία φόρου στα πλαίσια του οθωμανικού φορολογικού συστήματος αποτελούσαν και τα τελωνειακά τέλη. Αυτά διακρίνονταν: Στα τέλη που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν οι μουσουλμάνοι και τα οποία ανέρχονταν σε 4%. Σ’ εκείνα που πλήρωναν οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι της αυτοκρατορίας και έφθαναν το 5%. Και, τέλος, στους δασμούς που αφορούσαν τους αλλοδαπούς, οι οποίοι πλήρωναν 3%, με την προϋπόθεση ότι ήταν υπήκοοι χωρών που είχαν συνάψει διομολογήσεις με τους Τούρκους.

Οι τρεις αυτές βασικές κατηγορίες φόρων πλαισιώνονταν από μια πληθώρα από δευτερεύοντες φόρους που προβλέπονταν ή είχαν ενσωματωθεί στο φορολογικό σύστημα της οθωμανικής κοινωνίας που σκοπό του είχε τη μεταφορά του υπερπροϊόντος από τον άμεσο παραγωγό –τον αγρότη– στο κράτος.
Άλλος βασικός τακτικός φόρος ήταν το χαράτσι -σύνθετος φόρος, επί της γης (έγγειος) και επί προσώπων- που επιβαλλόταν αρχικά μόνο σε μη μουσουλμάνους κατόχους γης. Ήταν δύο ειδών: αναλογικός (mukaseme) και πάγιος (muvazaf). Tον αναλογικό φόρο τον εισέπραττε από τους καλλιεργητές ο τιμαριώτης σε είδος.

Σημαντικός τακτικός φόρος ήταν η ισπέντζε/σπέτζα (τ. ispence) που υπήρχε παλαιά στη Σερβία. Ήταν έγγειος φόρος. Κατά την οθωμανική περίοδο τον πλήρωναν οι χριστιανοί και οι Εβραίοι που είχαν φθάσει στην εφηβική ηλικία. Ανερχόταν συνήθως στα 25 άσπρα.

Άλλοι τακτικοί φόροι ήταν οι φόροι για τα αμπέλια και την παραγωγή κρασιού, για τα ιχθυοτροφεία, για τους μύλους και τον καπνό, ο φόρος του γάμου (60 άσπρα για το γάμο νεαρής μουσουλμάνας, 30 για το γάμο χήρας· διπλάσια ποσά για το γάμο χριστιανής), ο φόρος για φόνο Tούρκου (τζερεμές /τ. cόrόm=έγκλημα), που τον κατέβαλε ολόκληρη η κοινότητα ή μία περιοχή, και διάφοροι άλλοι.

Άλλοι δευτερεύοντες φόροι ήταν:
– Το ταπού (εδαφονόμιο). Ο φόρος μεταβίβασης γης αυτός καταβαλόταν εφάπαξ, όταν ένα κτήμα μεταβιβαζόταν λόγω πώλησης, δωρεάς ή κλη ­ρονομιάς. Ο φόρος μεταβίβασης πληρωνόταν στο σπαχή. Επρόκειτο για ένα φόρο αρκετά βαρύ που αντιστοιχούσε στο ένα δέκατο της τιμής της μεταβιβαζόμενης γης ή στη χρονιά- τικη πρόσοδο της. Τις σχετικές εκτιμήσεις πραγματοποιούσαν ειδικοί εκτιμητές.
– Το ρεσμί τσίφτ (ζευγαριάτικο, ζευγολόγιο ή εδαφικό τέλεσμα των Βυζαντινών). Ο φόρος αυτός πληρωνόταν στους σπαχήδες το μήνα μάρτη. Το καταβαλλόμενο ποσό ποίκιλε, ανάλογα με την περιοχή και τη γονιμότητα της γης. Συνήθως κυμαινόταν από 30 μέχρι 42 άσπρα το ζευγάρι (τσίφτ) που ισοδυναμούσε με 100-150 ντενίμ 44 .
– Το νεμπάκ. Φόρος που κυμαινόταν από 6 μέχρι 12 άσπρα και πληρωνόταν στο σπαχή το μάρτη, από τους αγρότες που καλλιεργούσαν κτήματα που είχαν έκταση πιο μικρή από το μισό του ζευγαριού. Υπόχρεοι στην καταβολή του νεμπάκ ήταν και ο ακτήμονες χωρικοί που απασχολούνταν σε άλλα επαγγέλματα.
– Το ντενίμ ή ντενίμ ακτσεσί (στρεμματικός φόρος). Ο φόρος αυτός έφθανε το ένα άσπρο για κάθε 2-4 ντενίμ ανάλογα με τη γονιμότητα του εδάφους και καταβαλόταν το μάρτη στο σπαχή. Καταβαλόταν για αγρούς που βρίσκονταν είτε στην περιοχή ευθύνης άλλου τιμαρίου είτε ήταν διασκορπισμένοι και δεν αποτελούσαν «ζευγάριον
– Το σαλαριγέ (ιπποφορβή). Φόρος που καταβαλόταν στο σπαχή και αφορούσε εκείνα τα αγροτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνταν σαν ιπποφορβή, όπως το κριθάρι, η βρώμη κ.ά. Έτσι ο τιμαριούχος, πέρα από τη δεκάτη από τα προϊόντα αυτής της κατηγορίας, μπορούσε να αποσπάσει μέχρι και το ένα τρίτο της υπόλοιπης ετήσιας παραγωγής τους ή την αξία τους σε χρήμα για τις ανάγκες του σε ιπποφορβή. Ανάλογο φόρο πλήρωναν και οι χωρικοί στο Βυζάντιο.
– O ρεσμί οτλάκ (τ. resmi otlak) ήταν φόρος βοσκής. Ο φόρος αυτός, που στους Βυζαντινούς ονομαζόταν εννόμιο, καταβαλόταν στο σπαχή στην αρχή του θερισμού από τους κτηνοτρόφους του χωριού. Ο φορολογούμενος ήταν υποχρεωμένος να δίνει στο σπαχή για κάθε 300 πρόβατα ένα κριάρι, πρόβατο ή αμνό. Άλλος κτηνοτροφικός φόρος ήταν ο αγίλ ρεσμί (τ. aπil resmi)· 5 άσπρα για κάθε 30 πρόβατα. Πληρωνόταν από τους κτηνοτρόφους το φθινόπωρο. O αντεντί αγνάμ (τ. aded-i aπnam) ήταν φόρος επί των προβάτων. Ένα άσπρο για κάθε 3 πρόβατα.
– Το ρεσμί γιασλάκ. Εδώ ο σπαχής αποσπούσε το δέκατο του ξηρού χορταριού ή δύο άσπρα για κάθε φορτωμένο αμάξι.
– Το ρεσμί κισλάκ (το εννόμιον φθινοπωρινών χωροσταυλίων των Βυζαντινών). Φόρος για το ξεχειμαδιό. Η υποχρέωση συνίστατο σε ένα πρόβατο για κάθε καλό κοπάδι από 300 πρόβατα και σε 50 άσπρα για κάθε κοπάδι κατώτερης ποιότητας. Ο φόρος αυτός καταβαλόταν στον τιμαριούχο κάθε Απρίλη, από τους νομάδες κτηνοτρόφους που ξεχείμαζαν τα κοπάδια τους στο τιμάριο του. Ανάλογα δικαιώματα εισπράττονταν από το σπαχή και από τους κτηνοτρόφους που παρέμεναν στο τιμάριο του και την καλοκαιρινή περίοδο. Ο φόρος αυτός ονομαζόταν ρεσμί γιαϊλάκ. Εκτός από την παραπάνω επιβάρυνση κάθε ομάδα βοσκών ήταν υποχρεωμένη να πληρώνει επίσης τρία ά ­σπρα, το αγγίλ ακτσεσί. Διαφορετική ρύθμιση γινόταν στην περίπτωση που οι νομάδες βοσκοί δέχονταν να καλλιεργούν αγρούς ή κήπους του τιμαρίου. Τότε ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν τέλη ξεχειμαδιού 10-20 άσπρα, δεκάτη και ιπποφορβή.
– Το ρεσμί αγγνάμ και ρεσμί αγγίλ (προβατονόμιο και μανδριάτικο). Το προβατονόμιο ανερχόταν σε ένα άσπρο για κάθε δύο πρόβατα ή αμνούς. Ο φόρος αυτός καταβαλόταν στο σπαχή κάθε Απρίλη, τόσο από τους νομάδες όσο και από τους μόνιμα εγκατεστημένους στο τιμάριο βοσκούς. Το μανδριάτικο αρχικά έφθανε τα 6-13 άσπρα, αργότερα περιορίστηκε στα 5 άσπρα.
– Το ρεσμί κουβάν. Φόρος στα μελίσσια, το μελισσονόμιον των Βυζαντινών. Καταβαλλόταν τον Ιούλη είτε σε είδος, οπότε παρακρατούνταν το δέκατο της παραγωγής είτε σε χρήμα, οπότε ο παραγωγός έδινε από μισό μέχρι δύο άσπρα για κάθε μελισσοκόφινο.
– Το μπινταάτι χινζίρ. Ο φόρος αυτός ήταν ίδιος με τη χοιροδεκατία των Βυζαντινών.
– Το ρεσμί ντεγγιρμεν. Φόρος που επιβαλλόταν στους ιδιοκτήτες των μύλων που πλήρωναν 60 άσπρα το χρόνο.
– Το ρεσμί ντουσάν (το καπνικόν των Βυζαντινών). Φόρος, που πληρωνόταν το Μάρτη, από κάθε πρόσωπο που διαχείμαζε σε τιμάριο που δεν ανήκε σ’ αυτό. Προϋπόθεση καταβολής του ρεσμί ντουσάν ήταν το επιβαρυνόμενο πρόσωπο να μην ασχολείται με την καλλιέργεια της γης.
– Το ρεσμί αρουσάν (ο φόρος παρθενοφθορίας των Βυζαντινών). Φόρος που καταβαλλόταν από τον πατέρα όταν πάντρευε την κόρη του. Το ποσό ανερχόταν στα 60 άσπρα για όσες παντρεύονταν για πρώτη φορά και στα 40 για τις χήρες. Οι άποροι όπως και οι κόρες των μη μουσουλμάνων πλήρωναν τα μισά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο φόρος αυτός καταβαλλόταν από όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας ανεξάρτητα από κοινωνική θέση.
– Το μπαντού χαβά. Φόρος που αντιστοιχούσε στο αερικό των Βυζαντινών.

Εκτός από τους φόρους που περιγράψαμε προηγούμενα στο οθωμανικό φορολογικό σύστημα περιλαμβάνονταν και άλλοι φόροι όπως των αγάμων, των αρραβώνων, των δούλων κ.ά.

Έκτακτοι φόροι και αγγαρείες

Oι έκτακτοι φόροι, αβαρίζι(α) στην ελληνική γλώσσα (από το τ. Avariz), αφορούσαν προσφορά υπηρεσιών ή καταβολή ποσών για τον στρατό ξηράς ή το στόλο, για εκστρατείες, για την επισκευή του σεραγιού ενός πασά, για την κατασκευή ή επισκευή φρουρίων, γεφυριών κλπ. (αγγαρείες που σ’ αντίθεση με τη βυζαντινή περίοδο, καταβάλλονταν σε χρήμα), για τη διατροφή πασάδων ή άλλων αξιωματούχων, «δώρα» σε αξιωματούχους (αβαέτια, από το τουρκ. avaid = δώρο) κλπ. Oι φόροι αυτοί -μερικοί από τους οποίους έγιναν αργότερα τακτικοί- ήταν επαχθείς, ιδίως για τους χριστιανούς, και αιτία διαρκών γογγυσμών κατά της εξουσίας. Γλαφυρή εικόνα των φορολογικών καταπιέσεων των χριστιανών στα τέλη του 17ου αι. στην Aθήνα μας δίνει ο Γάλλος πρόξενος σ’ αυτή την πόλη Jean Giraud. Από τη στιγμή που θα επιβάλλονταν σπάνια υπήρχε περίπτωση να ανακληθούν. Έτσι αν και έκτακτοι οι φόροι αυτοί αργά ή γρήγορα ενσωματώνονταν στο φορολογικό σύστημα της αυτοκρατορίας. Σχετικά με τις αγγαρείες θα πρέπει να επισημανθεί ότι αυτές δεν αποτελούσαν θεμελιακό θεσμό της οθωμανικής κοινωνίας.

Ο Εκκλησιαστικός Φόρος

Οι χριστιανοί υπήκοοι της αυτοκρατορίας πλήρωναν ακόμη φόρο και στην εκκλησία, όπως συνέβαινε άλλωστε και στην περίοδο του Βυζαντίου. Ο φόρος αυτός ονομαζόταν ζητεία ή ρόγα. Σύμφωνα με στοιχεία του μάμουκα, οι αρχιερείς εισπράττανε από κάθε οικογένεια που είχε προστάτη, 20 παράδες το χρόνο και 10 παράδες από όσες δεν είχαν. Η εισφορά σε χρήμα μπορούσε να αντικατασταθεί από εισφορά σε είδος. Σε περίπτωση που ο χριστιανός αγρότης αρνιόταν να καταβάλλει το σχετικό φόρο οι εκκλησιαστικές αρχές ασκούσαν πιέσεις που, στις συνθήκες της τουρκοκρατίας και με δεδομένη την ισχυρή ιδεολογική και διοικητική θέση της εκκλησίας, είχαν μεγάλη αποτελεσματικότητα.

Αναγκαστικά μέτρα είσπραξης των φόρων

Τις απαρέγκλιτες διαταγές της εξουσίας για την καταβολή των φόρων όφειλαν να υπακούνε οι υπόδουλοι, αλλιώς στελλόταν από τη διοίκηση του πασαλικιού διαταγή σε τοπικά εκτελεστικά όργανα για εξαναγκασμό των υπόχρεων σε καταβολή των οφειλόμενων. Η διαταγή περιελάμβανε και το μετρό της σύλληψης: ”αν τινάς των ραγιάδων ήθελεν να εναντιωθή, να τον επιάνης και να τον εστέλνης εδώ διά να παιδευθή ανηλεώς” -διαταγή του Μόρα Βαλεσί Σιντ Αχμέτ (Τριπολιτσά 13-11-1813) για χρέος του καζά του Άργους -ΙΕΕΕ αρ. 47388, ιδέτε “Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821)” σελ. 105-υποσημείωση αριθμ .11 .

Φορολογικές ατέλειες, φοροαπαλλαγές, Φορολογικά Προνόμια

Ορισμένες πόλεις ή περιοχές της Πελοποννήσου είχαν παραχωρηθεί σε υψηλά πρόσωπα ή ευαγή και ιερά ιδρύματα, και ως εκ τούτου απελάμβαναν φορολογικά προνόμια. Αν συνέβαινε να καταβάλλονται οι φόροι απευθείας στην Πύλη ή τους δικαιούχους, οι υπόχρεοι δεν εγνώριζαν την καταπίεση του εκμισθωτή ή την αυθαιρεσία των ντόπιων εκτελεστικών οργάνων.

Από σουλτανικό φιρμάνι του έτους 1796, ……, αντλούμε πληροφορίες για τη φύση των δεδομένων προνομίων: ”τα ιερά βακούφια των μεγάλων Σουλτάνων ανέκαθεν κεχωρισμένα και διακεκριμένα και κατά πάντα λόγον ελεύθερα διατελούντα, καταβάλλοντα δε εις την διεύθυνσιν των βακουφίων τας προσόδους και δασμούς αυτών και αποτίνοντα εις τον επί τούτω υπαλλήλον τάς έκ των περιστάσεων του κράτους απαιτουμένας εισφοράς και τάς δι’ ιερού προστάγματος επιβαλλόμενας πολεμικάς και ειρηνικάς βοηθείας και φόρους, δεν υπόκεινται εις την επέμβασιν και ανάμειξιν των βεζιρών, στρατηγών, υποστρατήγων, αξιωματικών, των δημοτικών υπαλλήλων, των τιμαριούχων και κατόχων ζιαμετίων, των δημοσίων εισπρακτόρων, των εφόρων και άλλων εξασκούντων εξουσίαν τίνα ή οργάνων της εξουσίας και εν γένει παντός οιουδήποτε, ούτε επιτρέπεται να καταπιέζονται οι υπήκοοι (ραγά) των βακουφίων δια της απαιτήσεως παρ’ αυτών εξόδων καυτανίων, πετάλων και λοιπών επαρχιακών δαπανών, αλλ’ εάν οι υπήκοοι υποπέσωσι εις βαρύ τι έγκλημα, να μη εξάγωνται της χώρας και να μη απαιτήται παρ’ αυτών ούτε έν άσπρον και οβολός εις αντάλλαγμα θανατικής τιμωρίας, αλλά μετά την έκδοσιν αποφάσεως παρά του ιερού νόμου εις ή εις αυτούς επιβαλλομένη τιμωρία να εκτελήται διά των κατά τόπους στρατιωτικών διευθυντών (ζαμπίτ) των βακουφίων.

Στους δικαιούχους προσόδων των περιοχών, οι οποίες είχαν παραχωρηθεί σε πρόσωπα ή είχαν καταστεί βακούφια, ανήκε η ιδιοκτησία και η επικαρπία αυτών. Σ’ αυτές τις περιοχές η φορολογία ήταν χαμηλότερη, σε σύγκριση με άλλες, και οι κοινότητες διατηρούσαν το δικαίωμα ν’ αναφέρονται απευθείας στην ανώτερη δημοσιονομική ή διοικητική αρχή. Ήσαν ρητά καταγραμμένες οι φορολογικές τους υποχρεώσεις και είχαν εξασφαλίσει ευνοϊκότερο δημοσιονομικό και γαιοκτητικό καθεστώς. Σε πολλές περιπτώσεις η οθωμανική εξουσία περιοριζόταν σε μια τυπική εκπροσώπηση, και την πραγματική εξουσία ασκούσαν οι κοινοτικοί άρχοντες. Γι’ αυτό και βλέπουμε να ενεργούν, για την ”οικειοθελή” παραχώρηση των διαφόρων πόλεων, χωριών ή περιοχών σε ”προνομιακό” καθεστώς, οι ίδιοι προεστοί, όπως ο Ρόδης Κανακάρης στην περίπτωση της Πάτρας.

Στην Πελοπόννησο το καθεστώς αυτός εντοπίζεται κατά τόπους ως εξής:

Στη Γορτυνία η Βυτίνα υπήρξε βακούφι, όπου δεν επιτρεπόταν να διαμένουν Τούρκοι. Τούτο επετεύχθη μ’ ενέργειες των Βυτιναίων της Κωνσταντινούπολης.

Η Δημητσάνα και τα γύρω χωριά (Στεμνίτσα, Ζυγοβίτσι κ. α. ) ανήκαν στον Οσμάν, ένα από τους 12 αρχιχοτζάδες της Κωνσταντινούπολης, και η φορολογία αυτών (μουκατάς) καταβαλλόταν σ’ ορισμένο τζαμί της Κωνσταντινούπολης (3 πουγγιά) και το χαράτσι στην Πύλη (4 πουγγιά). Από την παλαιότερη βιβλιογραφία πληροφορούμεθα ότι υπήρχαν τουρκικά έγγραφα, κατά τα οποία η Δημητσάνα απελάμβανε προνόμια, γιατί ήταν αφιερωμένη σε τζαμί της Κωνσταντινούπολης ή βακούφι της μέκκας και μεδίνας.

Η Καλαμάτα ήταν έδρα μιας διοικητικής περιφέρειας, ”της οποίας οι φόροι είχαν παραχωρηθεί σε μία σουλτάνα. Στην αδελφή του σουλτάνου Σελίν Γ’ μπειάν σουλτάνα ανήκαν 6 επαρχίες (Καρύταινα, Φανάρι, Αρκαδία, Νεόκαστρο, Εμπλάκια και Καλαμάτα). Ο Βελή πασάς είχε δημεύσει τα κτήματα της οικογένειας μπενάκη και τα είχε αφιερώσει το τζαμί των Φιλιατρών.

Στα Καλάβρυτα το χωριό Ράχοβα αποτελούσε ιδιοκτησία κάποιας σουλτάνας. Περί το 1760 ο τότε σουλτάνος χάρισε στη Βαλιδέ σουλτάνα όλη την περιοχή της Κατσάνας (τ. δήμου Λευκασίων). Ο ”αγχίνους” προεστός Σωτηράκης Λόντος διευθέτησε το φορολογικό και διοικητικό καθεστώς της Βοστίτσας το 1778, όταν ”οι ραγιάδες επροσκύνησαν εις την Πόρταν και έλαβον χάτ σερίφ να δίδουν των δύο μαλκιανέ σαίπηδων, όπου είναι κάτοικοι εις την Πόλιν, έξη χιλάδες γρόσια του τοπ χανά εμίνη διά να ευρίσκουνται εις την διαφέντευσίν του.

Από χειρόγραφο του έτους 1796 αντλούμε πληροφορίες για την υπαγωγή της Πάτρας στην κατηγορία των βακουφικών πόλεων, πράγμα για το οποίο ενήργησε ο προεστός Ρόδης Κανακάρης και πέτυχε το 1781: ”Eις τους 1781 την αφιέρωσεν ο Σουλτάν Χαμίτ εις το ιμαρέτι όπου αυτός έκλεισε και ο επίτροπος το έδιδεν τον κάθε χρόνον εις χείρας των ραγιάδων διά 40.000, και αυτοί εκλέγουν βοϊβόντα όποιον ήθελον διά να διοική κατά την γνώμην τους. Την κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Πάτρα μετά την παροχή προνομιακού καθεστώτος περιγράφει ο πρόξενος της Βενετίας Άγγελος Ροζαλέμ1. Την εξέλιξη του προνομιακού καθεστώτος της Πάτρας πληροφορούμεθα από περιηγητικά κυρίως κείμενα. Από το έτος 1805 και μετά η δεκάτη της πόλης είχε παραχωρηθεί στον τάφο του σουλτάνου Χαμίτ κι από το 1810 σε βακούφιο. Κατά πληροφορία του Pouquevile το έτος 1805 την πόλη διοικούσε ένας μπέης που έπαιρνε εντολές από τον πασά. Ο ίδιος περιηγητής μας πληροφορεί ότι οι ετήσιες πρόσοδοι της πόλης δίδονταν σε μια σουλτάνα και τον διερμηνέα της Υψηλής Πύλης. Το 1816 τα εκκλησιαστικά εισοδήματα της πόλης αποτελούσαν μέρος του τζαμιού της Αγίας Σοφίας στην Κωσταντινούπολη. Κατά μία ελληνική πηγή, οι πασάδες της Πελοποννήσου δεν είχαν καμία επιρροή στην πόλη, η οποία κατέστη άσυλο καταδιωκομένων, όμως μετά την αναγόρευση σουλτάνο του Mαχμούτ Β’ (1808) τα προνόμια αυτά καταργήθηκαν.

Για τον Πύργο της Ηλείας οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Σε χειρόγραφη ιστορία περί Σισίνηδων αναφέρεται ότι η περιοχή Πύργου ανήκε στη βαλιδέ σουλτάνα, η οποία αντιπροσωπευόταν από τον ενοικιαστή της, που ήταν πάντοτε Λαλαίος από την οικογένεια των Ισμαηλαίων. Όμως ο ….. Leake αναφέρει ότι ο Πύργος και άλλα εννέα γειτονικά χωριά αποσπάστηκαν από τον καζά της Γαστούνης μετά το θάνατο του Αχμέτ Αγά, επειδή οι Τούρκοι της Γαστούνης επίεζαν τους κατοίκους ”καταθληπτικώς”. Τότε αυτοί παραπονέθηκαν στο σουλτάνο, ο οποίος αφιέρωσε τις προσόδους του Πύργου και των γύρω χωριών στην Κάαβα της Μέκκας και διόρισε ένα βοεβόδα για τη χωριστή διοίκηση της περιοχής και την είσπραξη των προσόδων. Η ορεινή Δίβρη επλήρωνε το 1780 10 πουγγιά άσπρα στον Χουτουμάνη της Γαστούνης. Ο Leake αναφέρει ότι η Δίβρη έγινε τιμάριο οικειοθελώς, γιατί οι κάτοικοί της ήθελαν ν’ απαλλαγούν από τους Λαλαίους, οι οποίοι τους πίεζαν ποικιλοτρόπως (αγγαρείες). Η κώμη αποτελούσε ιδιοκτησία του Χαλίμπεη της Γαστούνης, και μετά τον θάνατό του περιήλθε στο σουλτάνο.

Τα βιλαέτια Μυστρά και Άργους κατέβαλαν το 1805 τον μουκατά σε μία από τις αδερφές του σουλτάνου.

Όπως έχει παρατηρηθεί, η βακουφοποίηση μιάς περιοχής δεν ήταν επωφελής για τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, ειδικότερα τους αγροτικούς παραγωγούς που επωμίζονταν τις ίδιες φορολογικές επιβαρύνσεις με τους αγροτικούς πληθυσμούς, η γη των οποίων δεν υπαγόταν σε τέτοιο καθεστώς. Όμως τα παρεχόμενα προνόμια, εκτός από τη φορολογική ελάφρυνση, ενίσχυαν την κοινοτική αυτονομία και συνέβαλαν θετικά στην αστική εξέλιξη, όπως δείχνει και η περίπτωση της Πάτρας.

Αναμφισβήτητα το ”προνομιακό” καθεστώς δε συνδέεται με την ύπαρξη ή μη του κοινοτικού συστήματος, αλλά καθορίζει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης και λειτουργίας του.

Προσφυγές κατά υπέρμετρης φορολογίας – αυθαιρεσιών

Στις φορολογικές υποχρεώσεις του, ακόμη κι όταν αυτές ήταν δυσβάστακτες, ο λαός δεν μπορούσε ν’ αντιδράσει με άμεσο τρόπο. Γνώστης των προεπαναστατικών πραγμάτων και ιστοριογράφος σχετικώς τιμίων διαθέσεων, ο μιχαήλ Οικονόμου, εξηγεί τον λόγο: ”Ουδείς και γνωρίζων ετόλμα να λάβη θέσιν αντιπολιτεύσεως, να κάμη παρατηρήσεις ή αποκάλυψη τι αποφεύγων την αναπόφευκτον διά τούτο προγραφήν και καταδρομήν, επί δε των σπουδαιοτέρων και τα υψηλότερα αφορώντων πρόσωπα, εάν ο φιλονεικήσας και ψέξας τυχόν τι δεν επρόφθανε να γίνη αυτοεξόριστος, εγίνετο ανάρπαστος, ερρίπτετο εις τάς φυλακάς, κατατρέχετο καί επί διαφόροις συκοφαντίαις ετιμωρείτο, εζημιούτο και επτωχύνετο, έστιν ότε δέ καί τής ζωής εστερείτο”. Τα γραφόμενα του Οικονόμου επιβεβαιώνει και ο Άγγλος Trullet, ο οποίος επικρίνει τους προεστούς, γιατί επαυξάνουν τις εισφορές των κατοίκων και καρπώνονται ένα μέρος από τους φόρους, αφού ”έχουν εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της εξουσίας και δεν λογοδοτούν διόλου τους φορολογούμενους. Τα ραβδιά είναι πάντοτε θυμωμένα και οι φυλακές ανοιχτές για εκείνους που θα αποτολμούσαν να ζητήσουν λογοδοσία ή να αρνηθούν την καταβολή των αυθαιρέτων επιβαρύνσεων”.

Αποτελέσματα της υπερφορολόγησης: μετοικεσία, κλέφτικος βίος και πωλήσεις από τις κοινότητες των περιουσιών των μετοικησάντων

Η αδυναμία καταβολής φόρων αποτελούσε αιτία για να τραπεί κάποιος προς τον κλέφτικο βίο. Ένας από τους τρόπους, με τους οποίους τα μέλη των κοινοτήτων προσπαθούσαν ν’ αποφύγουν την καταβολή φόρων ήταν η μετοικεσία. Η εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας καθίστατο αναπόφευκτη, ιδίως σε περιόδους κρίσεων, και το φαινόμενο αυτό ήταν σύνηθες. Ομιλούν σχετικά τόσο τουρκικές, όσο και οι ελληνικές πηγές.

Μετά τα Ορλωφικά η κατάσταση ήταν δραματική: ”οι καζάδες έχουν σε απερίγραπτο βαθμό ερημωθεί”, γράφει ο Σουλεϊμάν Πενάχ εφέντης ο μοραΐτης. Σε πηγή του 1793 αναφέρεται ότι η καλαβρυτινή Ράχοβα είχε κάποτε πολλούς κατοίκους, ”αλλ’ εξ’ ων πλείονες έκ των κατά καιρούς δυσβαστάκτων δοσιμάτων εις άλλας πόλεις και χώρας εμετοίκησαν”. Το 1808 κάτοικοι του λακωνικού Γερακιού καταφεύγουν στην Ύδρα, για ν’ αποφύγουν την πληρωμή της αναλογίας τους στο ”βαρύτατο χρέος” του χωριού τους. Στον αχαϊκό χώρο εντοπίζονται άλλες δύο περιπτώσεις. Οι κάτοικοι του Γεληνίου αδυνατούσαν να πληρώσουν τους φόρους, γιατί συγχωριανοί τους είχαν σκορπίσει σε ”ζευγολατεία” και λόγγους της Κορίνθου. Δεν υποφέρνουμε τόσον μενζίλι όπου μας ρίχνετε, και, αν δεν μαζωχθούν και οι χωριανοί μας όπου είναι εις την Κόρινθον, εμείς είκοσι στραβοί οπού ανείναμεν πως θα δυνηθώμεν δια να αποκριθούμεν 16.000 δροσιά και χωριστά το μουκαντέμ μπόρτζι όπου χρεωστούμεν”, είπαν στον προεστό Αγγελή Μελετόπουλο. Ο τελευταίος έγραφε σχετικά στον Ανδρέα Λόμπο (8. 4. 1818) και τον πληροφόρησε ότι μετέβη στην Κόρινθο για να τους πείσει να επιστρέψουν, αλλά δεν τους εντόπισε ούτε βρήκε συμπαράσταση από τις εκεί τουρκικές αρχές. Ως μόνη λύση πρότεινε ”να τους παρηγορήσωμεν και εμείς εκείνο όπου δυνόμαστε, ίσως και κάμωμεν δουλειά και έλθουν οπίσω εις τα ερμαδιακά τους, ότι, αν ριζώσουν εις τα εκεί και γλυκαθούν, δύσκολον είναι να ματαγυρίσουν οπίσω και, άν το εύρετε εύλογον, κάμετε ένα γράμμα προς τους Γεληνιώτας ίσως και μαζωχθούν δια να θρέψουν, δια να μην χάσωμεν το μετάξι τους”.

Από την περίπτωση αυτή φαίνεται καθαρά η εργώδης προσπάθεια των προεστών της Βοστίτσας να πετύχουν την επιστροφή των Γεληνιωτών στο χωριό τους, ώστε να καταστεί έτσι δυνατή η καταβολή του φόρου και η συνέχιση της παραγωγής, καθώς και ο φόβος τους μήπως ”γλυκαθούν” οι μετοικήσαντες και παραμείνουν στον νέο τόπο διαμονής τους στερώντας έτσι την τοπική αυτοδιοίκηση από τους φόρους που θα συνέλεγε. Πάντως αξιο σημείωσης είναι το ότι οι Γεληνιώτες προτίμησαν να ξεσπιτωθούν και να ζουν σε τσιφλίκι και λόγγους παρά να πληρώσουν τους φόρους που, όπως φαίνεται, ήσαν δυσβάστακτοι γι’ αυτούς.

Παρόμοια είναι και η περίπτωση κατοίκων διαφόρων καλαβρυτινών χωριών, οι οποίοι ”εκ της γενικής δυστυχίας του καζά άρχισαν να διασκορπίζωνται”. Δεκαπέντε οικογένειες του χωριού Τσιβλός εγκαταστάθηκαν στο Διακοφτό σκέπτονταν να τις ακολουθήσουν και άλλες, γι’ αυτό ο προεστός Σωτήρης Χαραλάμπης έγραψε στον Ανδρέα Λόντο (16-10-1819) να τους έβγαλη εκείθεν και να επιστρέψωσι οπίσω εις το χωρίον τους, καθότι γίνονται ένα παράδειγμα και εις τα λοιπά χωριά του καζά μας οι τοιούτοι, και τότε ακολουθεί πέρσιανιλίκι.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί και η αντιδικία μεταξύ κοινότητας προέλευσης και κοινότητας αποδοχής ενός ”αποκολλημένου” φορολογικά μελούς, αφού και οι δύο τον θεωρούσαν ως συντελεστή της συνολικής τους φορολογικής υποχρέωσης”. Οι κάτοικοι των κορινθιακών Καλυβίων, οι οποίοι προέρχονταν από την καλαβρυτινή Ζαρούχλα, πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι) στον καζά Καλαβρύτων και τους δημόσιους φόρους για την καλλιέργεια των κτημάτων τους στον καζά Κορίνθου.

Όμως οι προεστοί των Καλαβρύτων απαιτούσαν και εισέπρατταν εκβιαστικά δημόσιους φόρους για τα ίδια κτήματα και προέβαιναν σε αυθαιρεσίες την είσπραξη του κεφαλικού φόρου, γι’ αυτό εκδόθηκε το 1820 σουλτανικό φιρμάνι για την αποφυγή αδικιών σε βάρος των ραγιάδων.

Από την έκδοση του προαναφερθέντος φιρμανίου φαίνεται ότι η τουρκική εξουσία δεν έμεινε αδιάφορη, όταν καταπιέζοταν οι ραγιάδες από τις υπέρογκες φορολογικές απαιτήσεις, τις οποίες άλλωστε δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν. Όταν, γύρω στα 1770, μερικοί κάτοικοι της γορτυνίακης Κερπινής μετοίκησαν σε χωριά και τσιφλίκια της Γαστούνης, της Πάτρας και άλλων μερών της Πελοποννήσου, οι συγχωριανοί τους αναφέρθηκαν στον πασά και ζήτησαν να διαταχθούν οι αρχές των παραπάνω μερών να εισπράξουν από τους μετοικήσαντες ”τους κεφαλικούς φόρους και λοιπά κανονικά δικαιώματα”. Ο διοικητής Χασάν πασάς με διαταγή του (1771) διέταξε τους δικαστές, βοεβόδες και ταμίες δημοσίων φόρων να εισπράξουν τους φόρους και να τους αποδώσουν όπου ανήκεν”. Αυτά συνέβαιναν στην περίοδο των Ορλωφικών, οπότε οι κάτοικοι πολλών χωριών της Πελοποννήσου εκπατρίστηκαν για ν’ αποφύγουν τις καταπιέσεις και άλλους κινδύνους της επανάστασης και της αλβανικής επιδρομής που επακολούθησε.

Πωλήσεις από τις κοινότητες περιουσιών των μετοικησάντων

Όταν οι κάτοικοι που παρέμειναν αδυνατούσαν να πληρώσουν το φόρο που αναλογούσε στην κοινότητα τους, εξ ονόματος αυτής προέβαιναν σε πώληση των κτημάτων των μετοικεσάντων. Σχετικά πληροφορούμεθα από έγγραφο της καποδιστριακής περιόδου: “Eπί Τουρκίας έκαστον χωρίον της Πελοποννήσου επλήρωνε φόρον και προσδιορισμένων αριθμόν χαρτιών. Είτε αύξαινε, είτε ωλιγόστευε ο αριθμός των εγκατοίκων, ο προσδωρισμένος αριθμός των χαρτίων δεν μεταλλάτετο. μετά την πρώτην επανάστασιν της Πελοποννήσου , πολλοί των κατοίκων της επαρχίας ταύτης, φοβούμενοι τας καταστροφάς και φυλέκδικον των Οθωμανών, αφήσαντες τας εστίας των διεσπάρησαν όπου ο καθείς ηδύνατο. Οι μείναντες συγχωριανοί των, δια να μην υποφέρουν το βάρος των απόντων επέβαλλον χείρα εις τα κτήματα αυτών, τα επώλουν με πολλά ολίγην τιμήν εις τον τυχόντα και επλήρωναν με το προϊόν έκ της πωλήσεως του αναλογούν αυτοίς μέρος φόρου, διά να νομιμοποιήσωσι δε τάς πωλήσεις ταύτας τάς έκαμναν από μέρος της κοινότητος”.

Δανεισμός και εκποιήσεις για “χρεία του καζά” από τους προεστούς

Άλλες ενέργειες, στις οποίες προέβαιναν υπεύθυνοι κοινοτικοί άρχοντες σε περίπτωση αδυναμίας των κοινοτήτων να εξεύρουν τα ποσά που απαιτούνταν για την πληρωμή των φόρων, ήσαν η υποθήκευση της ελεύθερης γης των κατοίκων για τη λήψη δανείου και η εκποίηση κοινοτικής γης. Αν ληφθεί υπόψη ότι με την ανάληψη του αξιώματος τους οι προεστοί προκατέβαλλαν τις φορολογικές υποχρεώσεις της κοινότητας, είναι εύκολο να κατανοήσουμε την αγωνιώδη προσπάθειά τους να εισπράξουν τα οφειλόμενα από τους φορολογούμενους κατοίκους, και μάλιστα όταν υπήρχε αδυναμία να φανούν συνεπείς στη συγκεκριμένη υποχρέωσή τους.

Τα δάνεια, έντοκα και με τη σημείωση ότι τα χρήματα προορίζονταν ”για χρεία του καζά”, αποτελούσαν συνήθη πρακτική σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας των κοινοτήτων. Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές περιπτώσεις:
1) Oι προεστοί και οι κάτοικοι της Βυτίνας δανείζονται την (1-10-1804) από τους επιτρόπους της Ελληνικής Σχολής του χωριού τους 600 γρόσια με τόκο 15%. Το ίδιο δάνειο, για ποσό 6700 γρόσια, συνάπτεται την 1-10-1816.
2) Ο βοεβόδας Καλαμάτας Ιμπραήμαγας μουρτεζαζαντές και οι προεστοί και γέροντες δανείζονται από τον βοεβόδα της Τριπολιτσάς Ιμπραήμ μπέη 2.255 γρόσια για τις ανάγκες του βιλαετίου με τόκο 10% για 91 ημέρες (Τριπολιτσά 8-5-1763).
3) Ο Παναγιώτης Μπενάκης δανείζεται από τον αγά Αλή αγά Καραιλάνζαντέ 1900 γρόσια για τις επαρχίες Ανδρούσας και Καλαμάτας για 31 ημέρες. Τόκος δεν αναφέρεται. (Τριπολιτσά 25-1-1867).
4) Οι γέροντες και προεστοί του καζά Άργους δανείζονται από τη Νικολίνα, γυναίκα του μισέ Νικολή Χίου, 4000 γρόσια με τόκο 30% για ένα έτος (Τριπολιτσά 21-9-1808).
5) Οι γέροντες και προεστοί του καζά Άργους (Τριπολιτσά 1-6-1809) Παναγής Ιωννούσης και Αναγνώστης Παπαμιχαλόπουλος δανείζονται από τον Χατζηπανάγο Μανετάκη 1920 γρόσια με τόκο 20% ετησίως και πληρωτέα σε κάθε του ζήτηση.
6) Την 2-10-1816 ο Γεώργιος Ιωάννου δανείζει το ”Κοινόν του μορέως με ομολογίας των αρχόντων”.
7) Οι προεστοί Άργους Ιωάννης Περρούκας και Παναγιώτης Ιωαννούσης δανείζονται από τον Διονύσιο Παπαγεωργόπουλο για χρεία και ανάγκη του καζά τους 25. 000 γρόσια με τόκο 25% ετησίως ”δι’ όσον καιρόν ήθελε περάσει (Άργος 11. 5. 1818).
8) Ο Ανδρέας Λόντος και 19 δημογέροντες του καζά Βοστίτσας δανείζονται από τον Νικόλαο Ταμπακόπουλο 8.818 γρόσια και 20 παράδες ……. με τόκο 30% για ένα έτος.
9) Οι προεστοί της Βοστίτσας δανείζονται από τον Ανδρέα Κοντογούρη 36. 087:36 γρόσια μ’ ενέχυρο τη σταφίδα του Διακοφτού (Βοστίτσα 1. 2. 1819).
10) Οι προεστοί των Καλαβρύτων δανείζονται από τον Γεώργιο Πάρπογλη (=Βαρβογλη) 3.347 γρόσια και 16 παράδες με τόκο 30% (Τριπολιτσά 9-9-1819)
11) Ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος είχε δανείσει τον Ανδρέα Λόντο και είχε λάβει ομολογία ”κοινή” και ”μερική”, δηλαδή κοινοτική και ιδιωτική. Το δάνειο δεν είχε εξοφληθεί έγκαιρα και ο δανειστής παραπονούνταν επανειλημμένα.
12) Οι προεστοί του καζά Καρύταινας δανείζονται από τον Αποστόλη και Δημήτρη Ηλία (μαγούλιανίτες) ”και συνδροφίαν τους” 4000 γρόσια με τόκο δύο άσπρα το γρόσι για 61 μέρες (Τριπολιτσά 13. 2. 1820).
13) Οι προεστοί του καζά Καρύταινας δανείζονται από το Νικόλαο μπούκουρα και τον Παπαγιαννόπουλο 1050 γρόσια με τόκο 20% ετησίως (Καρύταινα 1. 12. 1820).
14) Την 11. 2. 1821 οι Πατρινοί Νικόλαος Λόντος, Μπεν. Ρούφος, Δημήτριος Ρόδου Θάνου, Φιλάρ. Πόλος, Παναγιώτης Μποκαούρης και Απόστολος Περρούκας δανείστηκαν από τον πρόξενο της Ρωσσίας Ιωάννη Βλασσόπουλο 2.042 θηρεσιανά τάληρα και 600 δίστηλα για τρεις μήνες ”δι’ ατομικάς των ανάγκας”. Επειδή το δάνειο αυτό δεν εξοφλήθηκε, οι δανεισθέντες ενήχθησαν μετεπαναστατικά ενώπιον δικαστηρίου, όπου ισχυρίστηκαν ότι ”το δάνειον τούτο εγένετο διά λογαριασμόν της κοινότητος Πατρών και ο Ιωάννης Βλασόπουλος προς αυτήν ένδει να δανείση, και ότι τοιαύτα δάνεια καίτοι λαμβανόμενα υπό την προσωπικήν των προυχόντων ευθύνην εξωφλούντο μολοντούτο από την κοινότητα.
15) Ο Γεώργιος Ι. Γιαννόπουλος υπογράφει ομόλογο στον Τζετζεβό (15. 2. 1821), για να πληρωθούν ”τα βασιλικά δοσίματα”.

Ο Μενέλαος Τουρτόγλου θεωρεί ότι οι υπογράφοντες τα δανειστικά έγγραφα προεστοί δεν δεσμεύονται ατομικά, όμως ο Γ. Α. Πετρόπουλος αμφιβάλλει για το αν η κοινότητα ήταν πλήρως διαμορφωμένη ως νομικό πρόσωπο. Ο Maurar αναφερόμενος στα έθιμα της επαρχίας Καρύταινας, γράφει: ”οι πρόκριτοι των κοινοτήτων εδανείζοντο διά της υπογραφής αυτών, αλλ’ επ’ ονόματι της κοινότητος, προς πληρωμήν των φόρων.

Βάσει της αρχής της συλλογικής ευθύνης, η οποία διείπε τη λειτουργία των κοινοτήτων, ο κατακτητής αναγνώριζε στους άρχοντες αυτών όχι μόνο το δικαίωμα της εκπροσώπησης αλλά και την ευθύνη για τυχόν άρνηση ή καθυστέρηση καταβολής των φόρων. Ο προεστός της Καλαμάτας Πανάγος Κυριακός περιέπεσε σε δυσμένεια και κινδύνευσε να θανατωθεί, αν δεν προσέρχονταν έγκαιρα στην Κωνσταντινούπολη για να θεωρηθούν οι λογαριασμοί του καζά της Καλαμάτας για τα έτη 1800-1801, πιθανόν γιατί είχε καθυστερήσει η καταβολή των φόρων. Σε περίπτωση που καθυστερούσαν να φτάσουν στην Πύλη οι φόροι της Πελοποννήσου, αναζητούνταν ευθύνες από τους εκεί βεκίληδες. Οι κοινότητες υποχρεώνονταν να καταβάλλουν και τις οφειλές των φυγάδων, και σε περίπτωση αδυναμίας τους οι Τούρκοι προέβαιναν στη λήψη σκληρών μέτρων, ακόμη και σε θανάτωση προεστών.

Λογοδοσίες και καταχρήσεις προεστών

Πρέπει να επισημανθεί τόσο η διανομή, όσο και η είσπραξη-διαχείριση των φόρων δεν ήσαν ανεξέλεγκτες. Εκτός από τους Τούρκους, οι οποίοι ζητούσαν αφορμές να παρέμβουν στην κοινοτική λειτουργία και να κερδοσκοπήσουν σε βάρος των προεστών που κατηγορούνταν για καταχρήσεις, υπήρχαν και προεστοί ή άλλοι κοινοτικοί παράγοντες που αντιπολιτεύονταν τους ασκούντες την κοινοτική εξουσία.

Η επαρχιακή συνέλευση της αυτοδιοίκησης ως κυρίαρχο όργανο είχε τη δικαιοδοσία να αφαιρεί το αξίωμα από προεστούς που κατηγορούνταν ως καταχραστές. Έτσι έγινε το 1817 στην Τριπολιτσά με τον Σωτήρο Κουγιά, ο όποιος καθαιρέθηκε και εξορίστηκε. Η θεώρηση των λογαριασμών (απολογισμός) γινόταν στην επαρχιακή συνέλευση με παρουσία του βοεβόδα και του κατή της επαρχίας και συντασσόταν πράξη απαλλαγής των προεστών από τις ευθύνες της διαχείρισης.

Στο Άργος ο κατής εξέδιδε ”εξοφλητικόν χοτζέτιον της Κρίσεως”, με το οποίο απαλλάσσονταν οι προεστοί. Η πράξη αυτή συντασσόταν σε δημόσια συνεδρίαση των ”γερόντων και ψήφον εχόντων ανδρών” του Άργους, και υπογραφόταν από Τούρκους μάρτυρες. Διεσώθηκε παρόμοια πράξη συνταγμένη και υπογραμμένη από οχτώ προεστούς της Καλαμάτας (1795). Η ίδια διαδικασία τηρούνταν και σ’ επίπεδο κοινότητας χωριού. Στη γορτυνιακή Αλωνίσταινα ”όλον το χωρίον μικροί και μεγάλοι” μ’ έγγραφο του απαλλάσσει από την ευθύνη της διαχείρισης (να είναι ακαταζήτητος) τον προεστό Παναγιώτη Δημητρακόπουλο (1812 ή 1813).

Αυθαιρεσίες προεστών και φορολογική καταπίεση του λαού – Τιμωρίες Προεστών για καταχρήσεις
Αιτιάσεις κατά των προεστών για φορολογική καταπίεση του λαού προέρχονται και από την πλευρά του κατακτητή. Ο Σουλεϊμάν Πενάχ εφέντης (1785) αναφέρεται σε οικονομικές καταχρήσεις των κοτζαμπάσηδων και αγιάνηδων, οι οποίες αποτελούν πρόσχημα για τους δικαστές που επωφελούνται περισσότερο. Και μετά την άλωση της Τριπολιτσάς (1821) επιφανείς Τούρκοι επέρριπταν την ευθύνη της φορολογικής επιβάρυνσης των ραγιάδων στους προεστούς οι οποίοι συμμετείχαν στον προσδιορισμό της φορολογίας και πρόσθεταν σ’ αυτήν τις δαπάνες των επαρχιακών εξόδων.

Υπήρξαν περιπτώσεις, κατά τις οποίες η τουρκική παρέμβαση για τον κολασμό καταχρήσεων στο θέμα της φορολογίας εκδηλωνόταν με τη διατήρηση της -επιφανειακής έστω- νομιμότητας, αλλά και γι’ άλλους λόγους, όπως την εξυπηρέτηση ελληνικών κομματικών συμφερόντων ή την ικανοποίησή ιδιοτελών σκοπών διαφόρων αξιωματούχων.

Τον Μάρτιο του 1765 ο μουχασίλης του Μορέως Μεχμέτ Εμίν Πασάς εξέδωκε διαταγή, με την οποία καταδικαζόταν σε θάνατο ο Κωνσταντίνος Ζαΐμης (Ζαΐμογλου), γιατί είχε προσθέσει προς όφελός του ποσά στον φόρο που αναλογούσε σε κάθε κάτοικο της επαρχίας Καλαβρύτων. Επακολούθησε εκτέλεση του και δήμευση της περιουσίας του.

Ο Κων. Δεληγιάννης, ο οποίος το 1787 έγινε μοραγιάνης, απαγχονίστηκε στο Ναύπλιο από ένα μπέη, γιατί είχε κατακρατήσει φόρους της επαρχίας του. Το 1817 επαρχιακή συνέλευση της Τριπολιτσάς καθήρεσε τον Σωτήριο Κουγιά με την κατηγορία ότι καταχράστηκε 70.000 γρόσια και παρέλειψε να συμπεριλάβει στο φορολογικό κατάστιχο τους φόρους του χωριού Αλεποχώρι. Παρά το γεγονός ότι εξορίστηκε από τους Τούρκους, επανήλθε στην Τριπολιτσά, όμως την 30 Ιανουαρίου 1818 προεστοί της επαρχίας υπέγραψαν αναφορά προς τον διοικητή της Πελοποννήσου ζητώντας πάλι την απομάκρυνση του.

Οι προεστοί της Βοστίτσας ”τρόπω δυναστικώ” επέβαλαν σε εμφυτευτές σταφιδαμπέλων από την Βαλιμή των Καλαβρύτων, οι οποίοι είχαν αγοράσει τουρκικά κτήματα στο Καραχουμάτι, να πληρώνουν, εκτός από τα ”κανονικά και επικρατούντα οθωμανικά δοσίματα”(δεκάτη και μπανταάτι), και φόρο 5-10% ετησίως ”επί πρόφασει εξόδων της επαρχίας των”. μέτα από παράπονα των θιγομένων στην τουρκική διοίκηση εκδόθηκε φιρμάνι, με το οποίο απαγορευόταν η είσπραξη του αυθαιρέτου φόρου.
Αλλά και η εκτέλεση του Σωτηράκη Λόντου μπορεί να οφειλόταν σε κομματικές διαμάχες των προεστών, επίσημα όμως αποκεφαλίστηκε ”λόγω καταχρήσεων”, αν και οι κάτοικοι της επαρχίας του εκθείαζαν την ετοιμότητα του και διαβεβαίωναν για την προστασία που τους παρείχε. Για ”τρομερές καταχρήσεις” του προεστού του Αγίου Πέτρου Αναγν. Παπάζογλη (1807) μιλάει ο Αναγν. Κοντάκης.

Ο παπά-Δημήτρης Παπατσώνης συνελήφθη από τον βοεβόδα των Εμπλακίων για φορολογικές καταχρήσεις και φυλακίστηκε στην Καρύταινα για έξι μήνες. Ο Παναγιώτης Παπατσώνης αναφέρει ότι ο παππούς του παπα-Δημήτρης ”ωφελείτο και από τα βασιλικά δοσίματα αν ήθελεν, εκτός δε τούτων των ωφελημάτων είχε και τυχηρά πάμπολλα ετησίως”. Ο Γεώργιος Βάρβογλης είχε αποκτήσει μεγάλο πλούτο από τη θέση του ως προεστός της Τριπολιτσάς (1765). Ο περιηγητής Gell αναφέρει κάποιον καλαβρυτινό προεστό Δεληγιώργη που διέθετε καινούργια κατοικία και είχε πλουτήσει από άρπαγες, όπως ομολογούσε και ο ίδιος.

Οι καταχρήσεις των προεστών ήσαν εμφανείς, ίσως και προκλητικές, σε περιόδους που η διοίκηση του πασαλικιού ήταν διεφθαρμένη ή, για διάφορους λόγους, ανεκτική. Κατά τά χρόνια του Βελή πασά, όταν οι προεστοί ”ετιμώντο και εδοξάζοντο”, είχαν παραχωρήσει σ’ αυτούς διάφορες πρόσοδοι και ”πολλοί τούτων ωφελούντο και από τας προσθήκας των οποίων εσύναζον διαφόρων και πολυειδών γενικών φόρων”.

Η αυστηρότητα των Τούρκων στο θέμα της διαχείρισης των φορολογικών προσόδων εκ μέρους των προεστών δεν οφειλόταν βέβαια στην επιβάρυνση των ραγιαδών, αλλά στην απαίτηση της εξουσίας να γίνεται έγκαιρα η είσπραξη των φόρων. Υπερβολική επίδειξη αυστηρότητας για πραγματικές ή καταγγελλόμενες καταχρήσεις ίσως υπαγορευόταν από πρόθεση για εκβιασμό και χρηματισμό.

Προσφυγές κατά φορολογικών αυθαιρεσιών της Τουρκικής Διοίκησης

Αν και ο λαός απέδιδε συχνά τη βαρειά φορολογία στους προεστούς, πράγμα κατανοητό και εν μέρει εύλογο, γιατί αυτοί ήσαν επιφορτισμένοι με τη διανομή και είσπραξη των φόρων, ανάλογα με την φοροδοτική ικανότητα των κατοίκων κάθε κοινότητας. Όμως η αύξηση της φορολογίας δεν οφειλόταν μόνο σε κοινοτικούς αλλά και σε έξω-κοινοτικούς παράγοντες, όπως περιοδικές κρίσεις, πολέμους, ξαφνικές ανόδους της καμπύλης των τιμών, και ιδιαίτερα του σιταριού, κ.α..

Τούτο βέβαια δε σημαίνει ότι δεν γίνονταν καταχρήσεις εκ μέρους Τούρκων αλλά και Ελλήνων αιρετών αρχόντων. Οι πρώτοι, από τον πασά μέχρι τον τελευταίο υπάλληλο, στην προσπάθειά τους να πλουτήσουν, χρησιμοποιούσαν τους ισχύοντες τρόπους είσπραξης των φόρων, καθώς και την ενοικίαση των δημοσίων προσόδων, προέβαιναν δε και σε διάφορες παραεισπράξεις. Οι δεύτεροι, με το να έχουν το δικαίωμα και της διανομής και της είσπραξης των φόρων, ”επέβαλλον υπέρ αυτών πρόσθετα δικαιώματα επί των πάρα του κέντρου αιτουμένων φόρων”, κι όπως λέγει ο πολέμιος τους Φωτάκος, εισέπραττον 100 και έδιδαν μόνον 25 εξαπατώντες τους Τούρκους”. Τούτο όμως δεν πρέπει να γενικεύεται, καθόσον υπάρχουν μαρτυρίες για τη συμβολή προεστών στην διευθέτηση των δημοσιονομικών πραγμάτων της κοινότητάς τους προς όφελος των κατοίκων, οι οποίοι ευγνωμόνως το ανεγνώριζαν.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σωτηράκη Λόντου. Προς όφελος πάλι του λαού της Πελοποννήσου απέβη η προσπάθεια των προεστών να αποκόψουν διοικητικά τη Μάνη από το πασαλίκι της Πελοποννήσου , πράγμα που επιτεύχθη με … ενέργειες του Ανδρουτσάκη Ζαΐμη. Τότε ανακουφίστηκε φορολογικά η Πελοπόννησος, αφού οι Μανιάτες δεν προθυμοποιούνταν να συμμετάσχουν στη φορολογική επιβάρυνση και, γενικά, προκαλούσαν διάφορα προβλήματα.
Ωστόσο η κοινοτική αρχή, αλληλέγγυα με τα μέλη της κοινότητας ως προς την καταβολή του φόρου, είχε κάθε λόγο να τα προστατεύει, αφού από την εύρυθμη δημοσιονομική λειτουργία εξαρτιόταν και η κοινοτική αυτονομία και η δική τους καταξίωση, πολιτική και κοινωνική. Γι’ αυτό οι προεστοί δεν δίσταζαν ν’ αντιδράσουν σε ενέργειες ισχυρών Τούρκων οι οποίες απέβαιναν σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού.

Έτσι το 1753 οι προεστοί της Αρκαδίας Πάνος Κουγιάς, Κυριάκος Παπάζογλου και άλλοι κατηγόρησαν τον πανίσχυρο Χαλίλμπεη της Κορίνθου για φορολογικές υπερβάσεις. Το 1784 οι προεστοί της επαρχίας Καλαβρύτων Ανδρέας Ζαΐμης, Αναστάσιος και Αναγν. Αγιοβαρβαρίτης και Χριστόδουλος Λιβαρτζινός ενήγαγαν στον καδή του Ναυπλίου και στον διοικητή της Πελοποννήσου Μαχμούδ Πασά τον βοεβόδα των Καλαβρύτων Μουσταφά Αγά, γιατί έλαβε από την επαρχία 9.500 γρόσια ”παρά τους νενομισμένους φόρους”. Κατόπιν συμβιβασμού ο βοεβόδας δέχθηκε να τους επιστρέψει 5.000 γρόσια.

Ο δραγουμάνος του Μορέως Ιωάννης Παλαμήδης περιέπεσε σε δυσμένεια και δημιούργησε εχθρούς στον χώρο της οθωμανικής αριστοκρατίας, γιατί αγωνίστηκε για τη μη εξαίρεση των Τούρκων της Πελοποννήσου από την υποχρέωση καταβολής του φόρου ιστιράς. Για τη στάση τους υπέρ του δοκιμαζόμενου από τη φορολογία λαού, ορισμένοι προεστοί διέτρεξαν κινδύνους. Ο Αθανάσιος Κανακάρης, επειδή διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο φόρο που επιβαλλόταν για ενταφιασμό νεκρού, φυλακίστηκε στην Τριπολιτσά από τον πασά, αλλά δραπέτευσε και με τη βοήθεια του διερμηνέα του ρωσσικού προξενείου Ιωάννη Παπαρρηγόπουλου έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου πέτυχε την ανάκληση του πασά και την κατάργηση του επαχθούς φόρου. Τέλος, αναφέρουμε και την υποδειγματική στάση του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου. Όταν διαβαζόταν ο φορολογικός κατάλογος της Πάτρας, ”ύψωνε φωνήν” γιατί επιβαρύνονταν οι λαϊκές τάξεις, και ζητούσε με παρακλήσεις ν’ αυξηθεί ο δικός του φόρος, ώστε να αποτελέσει παράδειγμα για μίμηση στους άλλους προεστούς και ευκατάστατους συμπολίτες του.

Σε περίπτωση που υπήρχε αμφισβήτηση σε θέματα φορολογίας, παρενέβαινε ρυθμιστικά ο δραγουμάνος του Μορέως ως πρώτος άρχοντας του ελληνικού στοιχείου στην υπηρεσία των Τούρκων.
Δεν θ’ αποτελούσε υπερβολή, νομίζουμε, αν υποστηρίζαμε ότι οι φόροι ήσαν ίσως το σημαντικότερο ίσως στοιχείο, το οποίο καθιστούσε περισσότερο αισθητή τη δουλειά, κατηύθυνε κάποια μέλη της ελληνικής κοινωνίας σε πάρακοινωνικές ή αντιεξουσιαστικές ομάδες και οδηγούσε στη σύλληψη της ιδέας της ελευθερίας. Το τελευταίο εκφράζει ο Δημήτριος Αινιάν1 με τα παρακάτω λόγια του: ”ο λαός δεν εγνώριζε την ελευθερία, επομένως δεν ηδύνατο να έχη ειμή μόνον υλικάς ιδέας περί αυτής, δηλαδή ότι έμελλε ν’ απαλλαγή των καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας των αρχόντων του, των υπερόγκων φόρων και άλλων τοιούτων καταδυναστεύσεων”.

Πηγές

Βιβλία
– Κυρκίνη- Κουτουλά Αναστασία (1996) Η Οθωμανική Διοίκηση στην Ελλαδα. Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1715-1821). Εκδόσεις Αρσενίδη.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Άρθρα
– Πέρρα Β. Φωτεινή (2012) H Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15αι: Η μαρτυρία των πηγών. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Εκκλησιαστικός Φάρος.
– Τραμπαδώρου Δ. (13 Φεβρουαρίου 2012) H A’ και Β’ Βενετοκρατία στην Πελοπόννησο.. Άρθρο- μέρος Α’ και Β’ Απόψεις.
……………………………………………………………………………………………………………………………………..
Διατριβές
– Κονδύλης Ν. Αθανάσιος (2006) Το Ναύπλιο (1389-1540). Μια Ευρωπαϊκή πόλη στην Ελληνο-βενετική ανατολή. Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών.
– Νικολόπουλος Ι. Ηλίας (Ιούνιος 1987) Κοινωνικοοικονομικές δομές και πολιτικοί θεσμοί στην Τουρκοκρατία. Τα Θεσσαλικά Αμπελάκια. (1770-1820). Διδακτορική Διατριβή. Πάντειος Ανώτατη Σχολη Πολιτικών Επιστημών. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών, Αθήνα
– Φωτόπουλου Θ. Αθανασίου (1995) Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία (1715 – 1821). Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα
……………………………………………………………………………………………………………………………………………
Πανεπιστημιακές παραδόσεις
– NIKOΛAOY Γ. (IANOYAPIOΣ 2014) O EΛΛHNIKOΣ XΩPOΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ OΘΩMANIKHΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΚΗΣ KYPIAPXIAΣ -I: (15ος – ΤΕΛΗ ΠΕΡ. 17ου αι .) ΠAPAΔOΣEIΣ XEIMEPINOΥ EΞAMHNOΥ 2013-2014. TMHMA IΣTOPIAΣ KAI APXAIOΛOΓIAΣ, TOMEAΣ IΣTOPIAΣ NEΩTEPΩN XPONΩN. ΠANEΠIΣTHMIO IΩANNINΩN
– NIKOΛAOY Γ. Β. ( MAΪOΣ 2014) O EΛΛHNIKOΣ XΩPOΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ OΘΩMANIKHΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΚΗΣ KYPIAPXIAΣ -II: (18ος – APXEΣ 19ου AI.) ΠΑΡΑΔΟΣEIΣ EAPINOΥ EΞAMHNOΥ 2013-2014. TMHMA IΣTOPIAΣ KAI APXAIOΛOΓIAΣ, TOMEAΣ IΣTOPIAΣ NEΩTEPΩN XPONΩN. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ IΩANNINΩN
……………………………………………………………………………………………………………………………………………
Διαδίκτυο – Αργολική Βιβλιοθήκη
– Η Αργολίδα την περίοδο 1350-1400 – Το τέλος της Φραγκοκρατίας και η αρχή της Βενετοκρατίας. Μαΐου 27, 2011 από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισµού. httpsargolikivivliothiki.gr
– Άργος. Οκτωβρίου 28, 2008 από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισµού, httpsargolikivivliothiki.gr
– Η Διοίκηση του Άργους (Τοπική Αυτοδιοίκηση) του 19ου αιώνα. Νοεµβρίου 18, 2010 από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισµού httpsargolikivivliothiki.gr
– Οι Καθολικοί στο Ναύπλιο. Φεβρουαρίου 25, 2010 από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισµού https://argolikivivliothiki.gr
– Το φρούριο Λάρισα του Άργους. Δεκεµβρίου 13, 2010 από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισµού. httpsargolikivivliothiki.gr
– Το Χρονικό του Μορέως. Μαρτίου 31, 2011 από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισµού https://argolikivivliothiki.gr
……………………………………………………………………………………………………………………………..

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top