Uncategorized

Γράμματα για ληστρικές ιστορίες και εκτελέσεις – του Βασίλη Βαμβακά (μέρος έβδομο)

Γράμματα για ληστρικές ιστορίες και εκτελέσεις στο κελί του Βασίλη Βαμβακά

(μέρος έβδομο)

 

Καπετάν Βασίλης Καλαμπαλίκης

Μια μεγάλη επιχείρηση που πραγματοποιούν οι ληστές γίνεται τον Νοέμβριο του 1855. Οι δυνάμεις των Καλαμπαλίκη, Πάλλα, Χορταριά, Μπούχρα, Ρουπακιά και Καραδήμου ενώνουν τις δυνάμεις τους. Είναι γύρω στους εβδομήντα άντρες και αφήνοντας φρουρές περνούν με βάρκες στην Εύβοια. Αφού τους φιλοξενήσουν τσοπάνηδες , στήνουν ενέδρα την τρίτη μέρα και περικυκλώνουν το αρχοντικό του βουλευτή Βουδούρη και εισβάλουν μέσα. Όσο τα παλικάρια φρουρούν από έξω το σπίτι οι καπεταναίοι μέσα αναγκάζουν τον δικαστή Βώκο, γαμπρό του βουλευτή, να παίξει το κεφάλι του στα χαρτιά. Πιάνουν ομήρους την κόρη του βουλευτή και τρείς άλλους, μαζί με αρκετή πλούσια λεία και περνούν απέναντι στον Ωρωπό για Μαραθώνα. Θα πάρουν λύτρα 40.000 δραχμές , αφήνοντας την κοινή γνώμη άφωνη όταν οι όμηροι ομολογούν την άψογη συμπεριφορά των ληστών απέναντί τους. Η καλή συμπεριφορά και η ομαλότητα στη διάρκεια της αιχμαλωσίας ήταν κανόνας στις απαγωγές αλλά και στις απελευθερώσεις των ομήρων. Αυτό βεβαίωνε το καλό όνομα της συμμορίας και την αξιοπιστία της και αρκετές φορές αποδείχτηκε σωτήριο στις τυχόν δίκες. Γι αυτό τον λόγο όμως ήταν και επιβεβλημένη η εκτέλεση του ομήρου όταν υπήρχε καταδίωξη και μπορούσε να ξεφύγει ο αιχμάλωτης ή σε μη τήρηση της συμφωνίας παράδοσης. Το ποιος θα εκτελούσε αιχμάλωτο προέκυπτε από κλήρωση. Όταν πάλι δεν έπαιρναν όλο το ποσό που ζήτησαν επέστρεφαν τον όμηρο κόβοντάς του αυτιά, μύτη δάχτυλα ή χέρια και πόδια.


Ο λήσταρχος Βασίλης Καλαμπαλίκης, που απολάμβανε το κύρος και τον σεβασμό, του ουσιαστικά υπό κατοχή λαού, χαρακτηρίζεται ως ευφυής, στρατηγικός, ανηλεής και άσπονδος εχθρός της εξουσίας. Από τους αντιπροσωπευτικότερους λήσταρχους της εποχής…με τ’ όνομα. Ο τύπος αυτός συνεργάστηκε το 1855 με άλλες συμμορίες και μπήκε στη Θήβα για να εκτελέσει τον διοικητή της χωροφυλακής και των αποσπασμάτων, Δημήτρη Τζήνο. Ο αρχιχωροφύλακας είχε κακό όνομα και κατηγορούνταν ως βασανιστής για τις οικογένειες των παράνομων. Το σχέδιο όμως είχε προδοθεί και ξεκίνησε μάχη μέσα στην Θήβα μέχρι οι ληστές να υποχωρήσουν. Θα καταφέρει όμως να εκτελέσει τρείς ανιψιούς του βουλευτή Δημητρίου που είχαν καλέσει τα αποσπάσματα στο χωριό Κοκκώνια της Θήβας αφήνοντάς στα πτώματά τους σημείωμα που έλεγε πως “δεν είχαν καμιά δουλειά να ανακατεύονται στους λογαριασμούς μας με την αρχή”. Ένα μήνα μετά όμως εγκλωβίζεται από διακόσιους χωροφύλακες με αρχηγό τον Οδυσσέα Μαυροδήμο, πρώην ληστή, στη Βοιωτία . Ο καπετάν Καινούριος τρέχει με την συμμορία του να βοηθήσει τον Καλαμπαλίκη αλλά πέφτει και αυτός σε ενέδρα και υποχωρεί. Ο καπετάν Καλαμπαλίκης φωνάζει πληγωμένος πριν ξεψυχήσει ‘τζανακογλύφτες, λιουφατζήδες, όρνια, κοράκια.’

Τρεις ντουφεκιές του ρίξανε , πικρές φαρμακωμένες
Η μια τον παίρνει στ’ άρματα , η άλλη στο κεφάλι
Η Τρίτη η καλύτερη τον παίρνει μέσ’ τα φρύδια
Το στόμα του αίμα γιόμησε το αχείλι του φαρμάκι
Που’σαι Καινούριε αδερφέ , φίλε μ΄αγαπημένε
Έλα να πάρεις τα’ άρματα , μου πάρεις το κεφάλι
Να μην τα πάρει παγανιά ο σκύλος ο Δυσσέας.

Κίτσος Νιβίτσας από την Αργολίδα

Πιο νότια την ίδια περίοδο άρχισε την ληστρική σταδιοδρομία του, ο διαβόητος λήσταρχος της Αττικής, Κίτσος Νιβίτσας ή Νυφίτσας. Στην αρχή είχε μικρή συμμορία, στην οποία ήταν και ο θείος του, παλιός λήσταρχος της Αργολίδας, Γιώργης Λύγκος από το όρος Αραχναίο, o οποίος λέγεται πως στα νιάτα του ήταν εξαιρετικά γρήγορος και έκανε την διαδρομή Αθήνα Κόρινθο στα τρία τέταρτα της ώρας. Μαζί τους ήταν και ο Μήτσος Λαφαζάνης, παλιός ληστής και αυτός ο ποίος αυτοαποκαλούνταν ‘συνταξιούχος στρατιώτης’. Ο Κίτσος προσήλθε στις αρχές του 1863 στην εθνοφυλακή όπου και υπηρέτησε .Σύντομα όμως επιδόθηκε στην ληστεία στα Μεσόγεια. Ήταν ληστής που απέφευγε να αιχμαλωτίζει για να μην προκαλεί τους προστάτες του στην Αθήνα. Λήστευε κυρίως εύπορους και ήταν γενικά προσεκτικός.

Όταν κάποια φορά κατέληξε στην απαγωγή ενός πλούσιου από την Αττική, πήρε λύτρα 30.000 δρχ. Η αποτυχία των αρχών δεν ήταν μόνο αυτή. Με την αποστολή των αποσπασμάτων εθνοφυλακής και χωροφυλακής, με επικεφαλής τον Λεωνίδα Βούλγαρη στην περιοχή των Σπάτων και των Λιοσίων, οι κάτοικοι είδαν τα αποθηκευμένα τρόφιμα να αρπάζονται από τους ίδιους τους κυνηγούς των ληστών. Αργότερα έστειλαν τα παράπονά τους στην κυβέρνηση. Ο Κίτσος επικηρύχθηκε με 3.000 δρχ και μέσα σε τρεις μήνες το ποσό της επικήρυξης πενταπλασιάστηκε.

Το 1867 οι κυβερνητικοί πράκτορες στρατολογούσαν εθελοντές για την Κρήτη που επαναστατούσε. Ο Κίτσος ήρθε σε επαφή με αυτούς και ζητώντας αμνηστία τους ζήτησε να τον αφήσουν να φύγει με βάρκα για την Κρήτη αλλά δεν τα κατάφερε να τους πείσει. Το πρόβλημα ήταν ο αδερφός του Κίτσου, ο Πήλιος, δεν είχε εμπιστοσύνη στις αρχές και δεν ήθελε να ακολουθήσει. Έτσι τα δύο αδέρφια έμειναν, αλλά στην Κρήτη θα πήγαιναν τελικά τρείς από τους συντρόφους τους. Ο Κίτσος δεν ένιωθε ασφαλής πλέον στην Αττική γιατί οι πρώην σύντροφοί του ήξεραν όλα τα λημέρια του και ήταν στα χέρια των αρχών μέχρι να πήγαιναν στην Κρήτη. Αποφάσισε να περάσει στον Μωριά. Εκεί χωρίς τους προστάτες του σκοτώθηκε μαζί με τον Λαφαζάνη στην Νεμέα το 1867 από τα αποσπάσματα.

………..Συνεχίζεται……….

Διαβάστε τα προηγούμενα μέρη εδώ

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top