ΙΣΤΟΡΙΕΣ

HOMOPHOBIA SEXUALIS – Από πού έρχεται η Ομοφοβία;

Από πού έρχεται η Ομοφοβία; Ένα κληροδότημα της ύστερης Αρχαιότητας

Woher die Homophobie? Ein Erbe der Spätantike

Εκτεταμένο απόσπασμα

Του Michael Groneberg

Η 17η Μαΐου είναι η ημέρα που το 1990 η ομοφυλοφιλία έπαψε να θεωρείται ασθένεια από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. IDAHO (International Day Against Homophobia)

Το ερώτημα

Στην σημερινή εποχή οι ομοφυλοφιλικές πράξεις έχουν σταματήσει να είναι αντικείμενο της εγκληματολογίας ή της παθολογίας – τουλάχιστο στους πολιτισμούς που διέτρεξαν τον Διαφωτισμό. Η προστασία από τον κοινωνικό αποκλεισμό που προκύπτει στην βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού, έγινε στο ενδιάμεσο διάστημα υπόθεση του κράτους. Ταυτόχρονα ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι κάτι που εμπίπτει στον χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρόλα αυτά η Ομοφοβία παραμένει στην ημερήσια διάταξη.

Μια πρώτη προσέγγιση του φαινομένου αναγνωρίζει δύο διαστάσεις: Ως πρώτο τίθεται το ζήτημα της βίας εναντίον των ομοφυλοφίλων. Ως δεύτερο η αποστροφή, η αηδία και το μίσος για τους ομοφυλόφιλους και τον ερωτισμό ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου.

Μπορούμε να διακρίνουμε:

Ομοφοβικές πράξεις βίας και επιθετικές εκφράσεις που απευθύνονται σε υποτιθέμενους ομοφυλόφιλους.

Ομοφοβικές απόψεις που έχουν ως αντικείμενο τους την ομοφυλοφιλία εν γένει.

Δομική Ομοφοβία. (Θεσμικός και κοινωνικά ανεκτός κοινωνικός αποκλεισμός, απαξίωση, εξοστρακισμός και δολοφονία ομοφυλόφιλων ατόμων).

Εσωτερικευμένη Ομοφοβία (Μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη ψυχική επιβάρυνση μέχρι και σε σκέψεις ή απόπειρες αυτοκτονίας).

Μερικά ιστορικά στοιχεία σχετικά με την θεσμική καταπίεση της ομοφυλοφιλίας

Το 342 εισάγονται από τους γιούς του μεγάλου Κωνσταντίνου αυστηρές τιμωρίες που στην αρχή αφορούν τους παθητικούς ομοφυλόφιλους. Το 438 θεσμοθετείται η ποινή του θανάτου για κάθε παθητική ομοφυλοφιλική πράξη. Μόλις το 538 ο Ιουστινιανός διευρύνει το πεδίο της θανατικής ποινής για κάθε ομοφυλοφιλική πρακτική. Οι γερμανικοί νόμοι ακολουθούν άμεσα το σκεπτικό του βυζαντινού αυτοκράτορα. Ο νόμος του Αλάριχου το 505 θεσμοθετεί την τιμωρία που προβλέπει την δημόσια καύση όσων ανδρών επιδίδονται σε ομοφυλοφιλικές πράξεις. Ο ποινικός νόμος του 1532, η Καρολίνα, τιμωρεί την σοδομία που συμπεριλαμβάνει την ανδρική και την γυναικεία ομοφυλοφιλική πορνεία αλλά κι εν μέρει ρητά την πρωκτική επαφή ανάμεσα σε άνδρα και γυναίκα καθώς και την κτηνοβασία. Μία διάταξη της αυτοκράτειρας Μαρίας Τερέζας σηματοδοτεί το αποκορύφωμα της καταστολής στην Αυστρία. Το 1769 διευρύνεται η έννοια του σοδομισμού συμπεριλαμβάνοντας την αυτοϊκανοποίηση, η οποία στην περίπτωση που συνοδεύεται από εκσπερμάτωση επιφέρει την ποινή της καύσης ή του ξίφους. (Constitutio Criminalis).

Μετά από αυτήν την όξυνση οι χριστιανικές χώρες καταργούν σταδιακά την θανατική ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα της σοδομίας, αρχικά το 1787 η Αυστρία και στην συνέχεια το 1794 η Πρωσία. Ο Ναπολεόντειος κώδικας του 1810 αφαιρεί πλήρως την διάσταση του εγκλήματος από αυτές τις πράξεις και η αλλαγή αυτή υιοθετείται σε μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Προς το τέλος του 19ου αιώνα η Αγγλία, η Ιρλανδία και οι Σκωτία είναι οι πρώτες χώρες που καταργούν την θανατική ποινή ως τιμωρία για την πρωκτική επαφή. Ποινικά επιλήψιμες παραμένουν οι βίαιες ερωτικές πρακτικές, αυτές που προκαλούν την δημόσια αιδώ ή οργή και αυτές που συμπεριλαμβάνουν τα παιδιά.

Η επανεισαγωγή της κρατικής καταδίωξης και η εκτέλεση των ομοφυλοφίλων είναι ένα τυπικό χαρακτηριστικό ολοκληρωτικών συστημάτων και δικτατοριών κάθε απόχρωσης. Διαπιστώνουμε ότι από τον 4ο μέχρι τον 19ο αιώνα το παράδειγμα της αναπαραγωγικής σεξουαλικότητας θεσμοθετείται στον χριστιανικό κόσμο υπό το κράτος της απειλής της ποινής του θανάτου. Φυσικά υπήρξε και πριν τον 4ο αιώνα κατασκευή κανόνων που ρυθμίζουν την ερωτική συμπεριφορά. Ωστόσο οι κανόνες αυτοί ήταν αποτέλεσμα διαφορετικών κριτηρίων και λιγότερο επιβαρυντικοί. Αυτό που είναι καθοριστικό για την ιστορική περίοδο μέχρι τον 4ο αιώνα ήταν η διάκριση ενεργητικότητα/παθητικότητα, πράγμα που οδήγησε σε διαφορετικές κανονιστικές ρυθμίσεις στην Αθήνα και στην Ρώμη. Αντίθετα στην συνέχεια κυριάρχησε η βασική διχοτόμηση ανάμεσα σε συζυγικό/αναπαραγωγικό και όλα τα υπόλοιπα, τα οποία θεωρήθηκαν ‘’παρά φύσει’’.

Από την άλλη πλευρά η κατάργηση της θανατικής ποινής για τις αξιόποινες ερωτικές πράξεις που δεν στοχεύουν στην αναπαραγωγή, δεν σημαίνει την ολοκληρωτική τους απελευθέρωση από κανόνες. Ακολουθώντας τον γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκώ (Foucault) μπορούμε να μιλήσουμε για μια διεύρυνση της ρύθμισης των σωμάτων και των ηδονών διαμέσου της ιατρικοποίησης τους.

Η νέα κανονιστική διχοτόμηση ανάμεσα σε φυσιολογικό-υγιές και διαστροφικό-νοσηρό είναι χαρακτηριστική για την μετάβαση της κυριαρχίας από την θρησκευτική στην ιατρική θέαση των πραγμάτων.

1886

Στο παρόν μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η ομοφοβική βία δεν υποχωρεί αλλά σε τοπικό επίπεδο αυξάνεται. Οι ομοφοβικές απόψεις εκπροσωπούνται θεωρητικά και επιχειρείται η νομιμοποίηση της δομικής ομοφοβίας. Πέραν τούτου οι νεώτερες έρευνες αποδεικνύουν ότι τα νεαρά άτομα που ανακαλύπτουν στην εφηβεία την ομοφυλοφιλία τους, βιώνουν έντονες ψυχικές επιβαρύνσεις. Σύμφωνα με διαφορετικές έρευνες μπορούμε να συσχετίσουμε το ένα τέταρτο από τις απόπειρες αυτοκτονίας νεαρών ατόμων με την αδυναμία να κυριαρχηθεί η ομοφυλοφιλική επιθυμία. Ως εκ τούτου προκύπτει το ερώτημα πως μπορούμε να κατανοήσουμε αυτήν την διαρκή ομοφοβική προδιάθεση – ενώ η επίσημη καταστολή της ομοφυλοφιλίας έχει παρέλθει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα.

Πρόκειται για τον απόηχο αυτής της καταπίεσης από προηγούμενες εποχές, για ένα είδος αδράνειας των αξιακών συστημάτων; Ή μήπως πρόκειται για κάτι πιο θεμελιώδες, το οποίο συνεχίζει να εκφράζεται μέσα από την Ομοφοβία. Κάτι που βρίσκεται εκεί πριν ακόμη εισαχθεί η ποινική καταστολή και την οποία καθιστά εφικτή.

Έρευνες σχετικές με τους άνδρες

Ο Connell περιγράφει την καθημερινή Ομοφοβία ακολουθώντας τις απαντήσεις των ερωτώμενων ατόμων: ένας από αυτούς διηγείται πως έχασε την εργασία του γιατί είναι gay. Ένας άλλος κράτησε την ομοφυλοφιλία του κρυφή για να μην χάσει την θέση του και την πρόσβαση στα παιδιά του. Κι ένας τρίτος δηλώνει πως δραπέτευσε σε μια θέση εργασίας που ήταν μεν βαρετή αλλά εκεί ένοιωθε λιγότερη ανασφάλεια. Σε συνεντεύξεις που έδωσαν ετεροφυλόφιλοι άνδρες προέκυψε ένα είδος προσωπικής σιγουριάς κι αυτοπεποίθησης που επιτεύχθηκε όμως κυρίως μέσα από την υποτίμηση, απαξίωση και καταδίκη της ομοφυλοφιλίας.

Σύμφωνα με την θεωρία του ‘’ηγεμονικού ανδρισμού’’ του Connell, η ηγεμονία κατασκευάζεται όπως και η ανδρική κυριαρχία. Μέσα από εσωτερικές εξουσιοδοτήσεις ανάμεσα σε άνδρες όπου η ομοφυλοφιλία λειτουργεί ως το χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός υποδεέστερου ανδρισμού. Η νεωτερική, ηγεμονική αρρενωπότητα είναι σύμφωνα με τον Connell συμφυώς ομοφοβική. Πράγμα που εξηγείται από το γεγονός ότι η ανδρική ομοφυλοφιλία τοποθετείται κοντά στην θηλυκότητα:

«Η πατριαρχική κοινωνία έχει μια πολύ απλή εξήγηση για τους ομοφυλόφιλους. Θεωρεί πως τους λείπει ο ανδρισμός». Αυτό το στερεότυπο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Βρήκε όμως στο παρελθόν δίοδο στην επιστήμη της σεξολογίας προτού διορθωθεί από την εμπειρία. Σύμφωνα με τον Connell αποτελεί ένα δομικό χαρακτηριστικό της ομοφυλοφιλίας εντός μιας πατριαρχικής κοινωνίας. Αυτή η προκατάληψη διατηρεί την ανεξαρτησία της, ανεξάρτητα από το στιλ της προσωπικότητας και την ταυτότητα ενός μεμονωμένου ανθρώπου. Υπό αυτήν την έννοια μπορεί κανείς να μιλήσει για αναγκαστική θηλυκοποίηση διαμέσου της ομοφυλοφιλίας.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι σαφές: Οι gay τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο με τις γυναίκες, γίνονται αντικείμενο καταπίεσης και χάνουν την δυνατότητα τους να κερδίσουν κάτι από τo πατριαρχικό μέρισμα που θα τους αναλογούσε.

Tabu, Nagisa Oshima, (Gohatto, 1999)

Ας υποθέσουμε ότι η γενικευμένη θηλυκοποίηση των ομοφυλόφιλων ανδρών είναι ένα πραγματικό δεδομένο. Σε αυτήν την περίπτωση τίθεται το ερώτημα από πού πηγάζει. Στην πράξη μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η σύγχρονη εποχή διαμορφώθηκε αντιλαμβανόμενη και κατασκευάζοντας την ερωτική επιθυμία ως ετεροφυλόφιλη. Η σεξουαλική επιθυμία ανάγεται – εννοιολογικά και αναλυτικά – στο άλλο φύλο.

Ο Karl Heinz Ulrich το εκφράζει με εξαιρετικό τρόπο λέγοντας πως ο ομοφυλόφιλος είναι ‘’μια γυναικεία ψυχή σε ένα ανδρικό σώμα’’. Αυτή η κατανόηση της επιθυμίας δεν είναι σε καμία περίπτωση δεσμευτική κι αναγκαία. Απουσιάζει παντελώς στον Αρχαίο κόσμο όπου κυριαρχούν εντελώς διαφορετικά κριτήρια και όχι το φύλο του αντικειμένου. Όπως η δραστηριότητα, η νεότητα, η δυνητική υποτακτικότητα κλπ. Μέχρι του σημείου ο άνδρας που αγαπάει άνδρες να θεωρείται (υπό προϋποθέσεις) αρρενωπότερος από ό,τι άλλοι. Γιατί αυτός τιμά και επιθυμεί τον ανδρισμό.

Σκέψεις πάνω στο αίνιγμα της αγάπης ανάμεσα σε άνδρες (1825-1895)

Στην αρχαία Ρώμη θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί οριστική απόδειξη ανδρισμού ακόμη και η σεξουαλική υποταγή ενός άλλου άνδρα (Cantarella 2006). Το ερώτημα που προκύπτει επομένως είναι για ποιο λόγο κάποια στιγμή στον 19ο αιώνα η έννοια της επιθυμίας ανάγεται για πρώτη φορά στο φύλο και αναγκαστικά έκτοτε η επιθυμία αναφέρεται στο άλλο φύλο.

Προβλήματα που συνδέονται με το ζήτημα της θηλυκοποίησης

Η θηλυκοποίηση των ομοφυλόφιλων ανήκει στα περισσότερα μέρη στο παρελθόν. Τόσο η γλωσσική χρήση που υποδηλώνει πως οι gay είναι θηλυκοί (γυναικωτοί) όσο και η αντίστοιχη διαδικασία αποδυνάμωσης και υποτίμησης τους. Παρόλα αυτά η Ομοφοβία επιβιώνει. Παρά το γεγονός πως είναι πια ευρύτερα γνωστό πως μια σειρά πολιτικών και ανθρώπων των μέσων ενημέρωσης είναι ομοφυλόφιλοι. Η διάγνωση ότι ο άνδρας, στο βαθμό που έλαβε την ετικέτα ‘’ομοφυλόφιλος’’, ωθείται προς μια εγγύτητα με την γυναίκα – είναι από μόνη της μια ενδιαφέρουσα ιστορία.

Αλλά τι συμβαίνει όταν η γυναίκα όλο και περισσότερο πλησιάζει τις θέσεις εξουσίας και πλέον ούτε το είναι της γυναίκας ούτε των ομοφυλοφίλων ανδρών αρκούν από μόνα τους για να στοιχειοθετήσουν την κατωτερότητα.

Τι θα μπορούσε να εξηγήσει την θηλυκοποίηση των gay σε μια κοινωνία στην οποία η έννοια μιας σταθερής σεξουαλικότητας έχει σε μεγάλο βαθμό αποδεσμευτεί από έναν ταυτοποιητικό ερωτισμό. Θα μπορούσαμε να προβλέψουμε πως σε μια τέτοια κοινωνία η Ομοφοβία θα εξαφανιστεί; Δεν το πιστεύω και θα προσπαθήσω να δείξω γιατί. Για να ξυπνήσει η επιθετικότητα από την πλευρά της ηγεμονικά προσανατολισμένης αρρενωπότητας, δεν είναι καν απαραίτητη η σύνδεση ομοφυλοφιλίας και θηλυκότητας. Δεν είναι απαραίτητη όταν η σύγχρονη βίωση της ομοφυλοφιλίας αμφισβητεί τον ηγεμονικό ανδρισμό και τον φέρνει έτσι σε επικίνδυνη θέση. Σύμφωνα με τον Connell αυτό είναι κάτι που συμβαίνει:

«Δεν μπορεί να γίνει κάποιος ομοφυλόφιλος χωρίς να προκαλέσει με κάποιο τρόπο βλάβες σε αυτή την ηγεμονία». Τελικά βλέπει δυο εκδοχές στην ανατρεπτική δύναμη της ομοφυλόφιλης ύπαρξης:

Α. Οι φιλικές και νηφάλιες σχέσεις με τις γυναίκες που επιτυγχάνονται στην συγκατοίκηση και στους εργασιακούς χώρους.

Β. Η αμοιβαιότητα στις σεξουαλικές σχέσεις.

Αυτές οι δυο στιγμές είναι εφικτές χωρίς κανενός είδους θηλυκοποίηση των ομοφυλοφίλων.

Μήπως το μίσος εναντίον τους έρχεται από το γεγονός ότι επιδεικνύουν με επιτυχία συνθήκες συνύπαρξης, οι οποίες δεν είναι συμβατές με ηγεμονικό ανδρισμό κι επομένως τον υπονομεύουν. Σε αυτό το σημείο ακριβώς ο Connell διαβλέπει μια δυναμική ριζικής αλλαγής που βρίσκεται στην ομοφυλοφιλία. Θα μπορούσε να είναι αυτός ο λόγος για να εξηγήσουμε την Ομοφοβία; Μια ανατροπή του ανδρισμού, μια απειλή για την υπεροχή του, εξαιτίας των ομοφυλόφιλων ανδρών. Ο Meuser έχει τονίσει κατ’ επανάληψη πόσο έντονα ‘’τα σοβαρά ανδρικά παιγνίδια’’ σημαίνουν ανταγωνισμό αλλά και ταυτόχρονα ασφάλεια.

Ο γάλλος κοινωνιολόγος Daniel WelzerLang καταλήγει στη διαπίστωση πως στις σχέσεις ανάμεσα σε άνδρες συχνά εμπεριέχονται στοιχεία βίας, ταπείνωσης και η πρόθεση να προκληθεί πόνος. Το ομοφοβικό υπόβαθρο παίζει εδώ ένα σημαντικό ρόλο. Αν το σκεφτούμε με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η Ομοφοβία θα μπορούσε να αποτελεί συστατικό στοιχείο των ανταγωνιστικών παιγνιδιών. Με την έννοια πως δημιουργούνται ιεραρχίες και φιλίες για να κρατηθεί η εγγύτητα ανάμεσα σε άνδρες και η ασφάλεια που αναζητούν – μακριά από την υποψία ομοφυλόφιλου ερωτισμού.

Οι βίαιοι άνδρες

Αυτή η λειτουργία ομοφοβικών εκφράσεων μοιάζει προφανής. Το ερώτημα όμως επανέρχεται: γιατί είναι τόσο απαραίτητη η έξωση οποιουδήποτε ομοφυλόφιλου ερωτισμού; Στην πραγματικότητα τα ίχνη και οι ενδείξεις αυτού του ερωτισμού είναι δεδομένες. Αυτό που πρέπει όμως να κρατηθεί μακριά είναι η υπόνοια οποιουδήποτε στοιχείου στη γλώσσα που θα μπορούσε να παραπέμπει στην ομοφυλοφιλική επιθυμία. Στην αρχαιότητα αυτή η επιθυμία μπορούσε να έρθει στην ομιλία, να ειπωθεί, να μνημονευθεί. Ποιο ήταν το καθοριστικό στοιχείο, το διακύβευμα, που οδήγησε στην υποχρέωση να κρατηθούν τα ‘’σοβαρά ανδρικά παιγνίδια’’ μακριά από κάθε ερωτισμό – στις επαφές και στις φιλίες τους.

Κοιτάζοντας στην αρχαιότητα διαπιστώνουμε ότι ακόμη και στις ακραία πατριαρχικές κοινωνίες η Ομοφοβία δεν είναι κάτι που απαιτείται. Αντίθετα βλέπουμε ότι ήταν δυνατό να εμπεριέχονται σε αυτές ακόμη και στοιχεία θεσμοποιημένης ομοφυλοφιλίας. Με άλλα λόγια: Η ανδρική κυριαρχία δεν είναι κάτι που απαιτεί κατ’ ανάγκη Ομοφοβία. Επομένως δεν θα έπρεπε να παρανοήσουμε την διατύπωση του Connell ότι ο ηγεμονικός ανδρισμός οδηγεί υποχρεωτικά στην καταπίεση της ομοφυλοφιλίας. Η συνθήκη αυτή υπόκειται ιστορικά στην ενδεχομενικότητα.

Για αυτόν τον λόγο προκύπτει το ερώτημα τι είναι αυτό που διαφοροποιεί την νεωτερικότητα, η οποία μας εμφανίζεται συμφυώς ομοφοβική, από τους αρχαίους χρόνους σε ό,τι αφορά την κατασκευή της ανδρικής κυριαρχίας. Ταυτόχρονα οδηγούμαστε στα ίχνη μιας α-χρονικής κατανόησης του ανδρισμού.

Όπως το καταλαβαίνω θα είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε τις πηγές της Ομοφοβίας μόνο αν λάβουμε υπόψη τον λειτουργικό της συσχετισμό με την κοινωνική κατασκευή της διαφοράς των φύλων ως εργαλείο για την στερεοποίηση της ανδρικής κυριαρχίας στον πολιτισμό μας. Από αυτήν την οπτική διαφαίνεται ένας αποφασιστικός καθορισμός της κεντρικής μορφής της σκέψης, τέσσερις αιώνες μετά Χριστόν. Η σκέψη αυτή φαίνεται πως επιβιώνει και στην εποχή του Διαφωτισμού συμπεριλαμβάνοντας τις πολιτικές, κοινωνικές και κανονιστικές αναμορφώσεις που έλαβαν χώρα μέχρι αυτό το χρονικό σημείο. Επηρεάζει ακόμη και σήμερα τις σχέσεις ανάμεσα στους άνδρες και γενικότερα την στάση έναντι της ομοφυλοφιλίας με έναν αναχρονιστικό τρόπο. Ενδεικτικό ως προς αυτό είναι το γεγονός πως νόμιμα μέσα, όπως η προστασία από τον κοινωνικό αποκλεισμό, δεν μπορούν να προσεγγίσουν και να αντιμετωπίσουν το ζήτημα.

Η έννοια του Πνεύματος στην αρχαιότητα

Στο σημείο αυτό θα αναφερθώ στην κατανόηση του ζητήματος τι είναι ένα πρόσωπο καθώς και τι συνιστά ένα υποκείμενο. Η ταύτιση του προσώπου με το νου και τον ορθό λόγο ξεκίνησε στην Ελλάδα και προς το τέλος της ύστερης αρχαιότητας αποτελούσε σταθερό συστατικό της θεολογίας, της φιλοσοφίας και του νομικού συστήματος. Σε τελευταία ανάλυση η ταύτιση αυτή αποδείχθηκε κατάλληλη για την σταθεροποίηση της ανδρικής κυριαρχίας καθώς και μιας συγκεκριμένης μορφής μοναρχικής και μονοθεϊστικά θεμελιωμένης ηγεμονίας:

«Ο ηγεμονικός ανδρισμός αντλεί ένα τμήμα της υπεροχής του από την αξίωση που εγείρει, να ενσαρκώνει την δύναμη του ορθού λόγου. Ως προς αυτό το αίτημα είναι αναγκαία η διχοτόμηση ανάμεσα σε σώμα και πνεύμα καθώς και η σύνδεση της ανδρικής αυθεντίας με μια ορθολογικότητα αποκομμένη από το ανθρώπινο σώμα. Ακριβώς αυτό κι ακόμη περισσότερο: όχι μόνον η αξίωση του άνδρα να είναι ο φορέας του ορθού λόγου αλλά και η επιδίωξη να θεσμοποιηθεί η ίδια η ορθολογικότητα ως ανδρικό χαρακτηριστικό έγινε στην ύστερη αρχαιότητα ένα μη αναστρέψιμο δόγμα» (Connell, 1995).

Η μεταφυσική της ύστερης αρχαιότητας δημιούργησε πάνω στο έδαφος της κλασσικής φιλοσοφίας και των ιερών κειμένων έναν ανδρισμό που ήταν κατάλληλος να διασφαλίσει ανδρική κυριαρχία αλλά και γενικότερα τις ‘’ηγεμονίες’’. Ως εκ τούτου αξίζει να της αποδοθεί το κατηγόρημα ‘’ηγεμονική’’.

Ο γάλλος ιστορικός και φιλόσοφος Michel Foucault πραγματοποιεί κάτι που δεν μπόρεσαν να κάνουν οι κοινωνιολόγοι. Ανατρέχει τις πρακτικές της αρχαιότητας και αποκαλύπτει τις αποφασιστικές διαδρομές: τον ανδρικό αυτοέλεγχο. Τα ιατρικά κείμενα του πρώτου μετά Χριστόν αιώνα προειδοποιούν τον άνδρα να μην ‘’ξοδεύεται’’ σεξουαλικά.

Στους στωικούς φιλοσόφους χρησιμεύει ως πρότυπο το ζωικό βασίλειο. Πιο συγκεκριμένα, ο αρσενικός ελέφαντας είναι πάντοτε μονογαμικός και ζευγαρώνει κάθε δύο χρόνια σε συνθήκες μυστικότητας. Μετά την ερωτική πράξη αναζητά ένα ρυάκι για να πλυθεί. Αυτό θεωρήθηκε ως έκφραση αρετής, ψυχικής δύναμης και αυτοκυριαρχίας. Ακόμα και ο Σωκράτης ο οποίος αρνείται να ενδώσει στην ακαταμάχητη γοητεία του Αλκιβιάδη θα μπορούσε σε τελευταία ανάλυση να ιδωθεί ως πρότυπο ηθελημένου αυτοελέγχου.

Αυτοέλεγχος: Ντοκουμέντα για την ιστορία ενός ψυχαναγκασμού

Ο αυτοέλεγχος είναι κάτι που συνδέεται με την κυριαρχία πάνω στους άλλους και την κατοχή της αλήθειας. Ο Foucault ακολουθεί τα ίχνη της εννοιολογικής κατασκευής της ανδρικής σεξουαλικότητας, η οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με την αρρενωπότητα, δηλαδή την συγκρότηση του ανδρικού υποκειμένου. Έκτοτε ο ανδρισμός χαρακτηρίζεται από την ικανότητα ελέγχου των ενορμήσεων. Αυτό που δυστυχώς ο Foucault συλλαμβάνει ανεπαρκώς, είναι η ανάλυση αυτού που είναι ‘’τυπικά ανδρικό’’ μέσα στην ανδρική επιθυμία. Δηλαδή το ρόλο που παίζει η διαφορά των φύλων κατά την διαδικασία κατασκευής του υποκειμένου που επιθυμεί.

Στο βιβλίο μου εκφράζω την άποψη πως η διαφορά των φύλων είναι θεμελιωδώς τοπολογική, δηλαδή αναφέρεται στην διάσταση του χώρου. Η γυναίκα παραπέμπεται στο σπίτι, ριζώνει ήρεμα σε αυτόν τον στατικό χώρο. Ο διανυσματικός χώρος του ανδρικού στοιχείου παραπέμπει προς τα έξω και προς τα πάνω, προς την κατάκτηση και τον Θεό. Κατακτήσεις υπήρχαν πάντοτε αλλά αυτό που είναι νέο στον πρώτο προ Χριστού αιώνα είναι η γέννηση μιας κουλτούρας της γραφής. Ενός πολιτισμού στον οποίο η γραφή και οι γραφές γίνονται ουσιώδη συστατικά στοιχεία της κυριαρχίας.

Αυτός που είναι κυρίαρχος πάνω στην γραφή και τους νόμους καθώς και την ερμηνεία τους – είναι ο αφέντης. Οι άνδρες διασφαλίζουν σε κάθε εποχή την ερμηνευτική επικυριαρχία πάνω στα κείμενα.

Η διάσταση της γραφής έχει να κάνει με το ‘’πνεύμα’’. Οι γραφές είναι ο τόπος στον οποίο το πνεύμα αποκτά την υλική του διάσταση. Ο τόπος που το πνεύμα εγκαθίσταται αλλά ακόμη και ο χώρος που αποκαλύπτεται το θεϊκό πνεύμα. Για την οριστική και αμετάκλητη τσιμεντοποίηση της ανδρικής κυριαρχίας ήταν αναγκαίο να θεσμοποιηθούν:

Α. Η αντίθεση σώματος – πνεύματος.

Β. Η τοποθέτηση του πνεύματος πάνω από την ύλη και το σώμα.

Γ. Η ιδέα ότι το πνεύμα είναι κάτι ‘’ανδρικό’’.

Με αυτόν τον τρόπο οι άνδρες μπόρεσαν να αφαιρέσουν από τις γυναίκες ακόμη και αυτό που φαινομενικά αποτελεί την μεγαλύτερη και αδιαμφισβήτητη εξουσία τους: Την εξουσία που προκύπτει από την δυνατότητα τους να γεννάνε και με αυτόν τον τρόπο να κατασκευάζουν αθανασία – όσο αυτό είναι δυνατό για τους θνητούς.

Αναζητώντας την κεντρική πηγή οδηγούμαστε στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Εκεί ο φιλόσοφος μας παρουσιάζει τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να κερδηθεί η αθανασία: Μέσα από τα έργα, τη φήμη ή την διδασκαλία των νεώτερων ανδρών στην παιδεραστία. Αυτοί οι τρόποι αξιολογούνται ως ανώτεροι από την σωματική αναπαραγωγή και όπως μας δίδαξε η ιστορία αποτελούν μια αποκλειστικά ανδρική υπόθεση.

Η ιδιοποίηση της γυναικείας γονιμότητας από τον άνδρα τελειοποιείται από τους πρώτους Χριστιανούς. Η βιβλική ιστορία σύμφωνα με την οποία ο θεός δημιουργεί τον άνδρα και στην συνέχεια την γυναίκα από το πλευρό του (Γένεση 2, 18-22) γενικεύεται από τον Παύλο: ο άνδρας δεν γεννιέται από την γυναίκα αλλά η γυναίκα από αυτόν (Προς Κορινθίους 11.8). Οι πατέρες της εκκλησίας ερμηνεύουν την Βίβλο τοποθετώντας τον Αδάμ πολύ κοντύτερα στον Θεό από ό,τι η γυναίκα. Η χριστιανική νέα γέννηση της ανθρωπότητας λειτουργεί μέσω μιας καινούριας νοηματοδότησης που περιέχει τις έννοιες της σύλληψης και της γέννησης: η σωματική αναπαραγωγή τοποθετείται σε δεύτερη μοίρα ενώπιον της ενσάρκωσης του Λόγου η οποία είναι μια ανδρική υπόθεση.

Η χριστιανική μεταφυσική αναλαμβάνει την κοινωνικά υφιστάμενη ανδρική κυριαρχία και την εφαρμόζει σε διαφορετικές οντολογικές και ψυχικές κατηγορίες. Το πνεύμα και η αιωνιότητα γίνονται ανδρικά, η αντίληψη και η χρονικότητα γυναικεία. Απομένει να διασαφηνιστεί η προτεραιότητα. Με αυτόν τον τρόπο η γυναίκα γίνεται ένα σύμβολο για το σώμα, τον αισθησιασμό, το γήινο στοιχείο. Διαθέτει βέβαια πνεύμα όπως και ο άνδρας σώμα. Αλλά στο σώμα της αφιερώνεται το πνεύμα στο γήινο στοιχείο (και κατά κανόνα υποκύπτει σε αυτό – βλ. προπατορικό αμάρτημα). Ενώ ο άνδρας διαθέτει μόνο την ικανότητα να κυριαρχήσει πάνω στις ενορμήσεις και τον αισθησιασμό, δηλαδή να επιβληθεί στο θηλυκό στοιχείο που υπάρχει εντός του (Agacinski 2005).

Η εχθρότητα απέναντι στις αισθήσεις που παρατηρούμε εδώ είναι ένα φαινόμενο το οποίο εμφανίζεται από την ελληνιστική περίοδο εντός διαφορετικών συστημάτων σκέψης (Στοά, Γνώσις, Νεοπλατωνισμός). Η αναζήτηση της ευτυχίας, μιας και η ελπίδα να την αποκτήσουμε μέσα στον κόσμο φθίνει, μετατρέπεται σε αναζήτηση μιας σωτηρίας στο υπερπέραν (Νίτσε, Λυκόφως των ειδώλων 1888).

Πράγμα που ενισχύει την υποτίμηση της γυναίκας ως σύμβολο του αισθησιασμού και οδηγεί στην καταδίκη όλων των μορφών ερωτισμού. Ο ερωτισμός γίνεται σε κάθε περίπτωση ανεκτός μόνο όταν είναι προσανατολισμένος προς την διατήρηση/αναπαραγωγή του είδους. Το ιδεώδες είναι ένας νους που απέχει από τη σάρκα και, ελέγχοντας συνολικά την επιθυμία, αφιερώνεται στο θείο.

Δεν υπάρχει χώρος εντός αυτού του συστήματος για ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες. Αυτό που στο Συμπόσιο του Πλάτωνα μπορεί ακόμη να εμφανίζεται ως γέννηση του ανδρισμού, δηλαδή η αγάπη για άλλους άνδρες, γίνεται ξεκάθαρα αντιληπτό ως απειλητικός πειρασμός και στο τέλος απαγορεύεται. Το πνεύμα έρχεται όλο και περισσότερο σε αντίθεση με τον αισθησιασμό. Ο σκοπός του δεν είναι κυρίως να απεικονίσει τον κόσμο, αλλά να τον διαμορφώσει. Κι ακόμη – στρέφοντας το βλέμμα προς τον θεό – είναι καλύτερο να αποσυρθεί κανείς από τα εγκόσμια. Αυτό που έρχεται από τον κόσμο μετατρέπεται σε πειρασμό.

Η εναντίωση στις αισθήσεις και στην ηδονή οδηγεί στην καταπίεση όλων των ερωτικών διεγέρσεων αλλά και των ανθρώπων που ενδίδουν σε αυτές. Όπως το περιέγραψε ο Φουκώ, η χριστιανική φιλοσοφία της σάρκας με τις απαγορεύσεις της είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι η αρχαιοελληνική επιμέλεια του εαυτού. Όπως διαφορετική είναι και η έννοια της αυτοκυριαρχίας στον αρχαίο και στον χριστιανικό κόσμο.

Η φροντίδα για τον εαυτό

Παρατηρούμε μια μετάβαση. Από την φροντίδα για τον εαυτό προς την φιλοσοφικά θεμελιωμένη, ηθική και νομική καταστολή. Παρόλα αυτά η βασική ιδέα είναι ελληνική, είτε πρόκειται για την αυτοκυριαρχία είτε για την κυριαρχία που ασκεί ο άλλος. Θα πρέπει εδώ να προσθέσουμε ότι η κινητήρια δύναμη της τσιμεντοποίησης δεν ήταν ο Χριστιανισμός. Η αλλαγή πορείας προς την κατεύθυνση που μόλις αναφέραμε διαγράφεται ευρέως σε μια περίοδο πριν ακόμη η Ρώμη εκχριστιανιστεί. Πιο σωστό θα ήταν να πούμε ότι ο Χριστιανισμός ανέλαβε αυτήν την τάση και στην συνέχεια την θεσμοποίησε.

Αν αναρωτηθεί κάποιος, πράγμα που μας ενδιαφέρει εδώ περισσότερο, γιατί κυριάρχησε ειδικά αυτή η φιλοσοφία, η απάντηση είναι μονοσήμαντη: διότι ήταν κατάλληλη για κυριαρχικούς σκοπούς. Το διάνυσμα που δείχνει προς τα πάνω μπόρεσε να επιβληθεί γιατί συμπληρώθηκε διαμέσου του διανύσματος της οριζόντιας υπέρβασης: Το βιβλίο και το ξίφος γίνονται οι επιγραφές και των δύο ειδών ανδρισμού. Η ενοποιητική στιγμή είναι το διάνυσμα, η υπέρβαση. Υπέρβαση προς τα πάνω, προς το θεό και απόβαση στην απέναντι όχθη με σκοπό την κατάκτηση του Άλλου.

Οι δομές εξουσίας στους πρώτους μετά-χριστιανικούς αιώνες έγιναν πιο αυταρχικές και κατασταλτικές. Από τον πρώτο μετά Χριστόν αιώνα ως και την γαλλική επανάσταση έχουμε να κάνουμε κυρίως με μοναρχίες, οι οποίες για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα λαμβάνουν θρησκευτική θεμελίωση. Το βιβλίο και το ξίφος αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι αγώνες για εξουσία ανάμεσα στον αυτοκράτορα και στον Πάπα, μας είναι γνωστές: ο αυτοκράτορας έπρεπε να τοποθετηθεί κάτω από τον Θεό, ο Πάπας απέκτησε κοσμική εξουσία, που δεν ήταν καθόλου υποδεέστερη της αυτοκρατορικής. Μόλις προς το τέλος του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, λίγο πριν την γαλλική επανάσταση καταργήθηκαν οι θανατικές ποινές για τα αμαρτήματα του σοδομισμού.

Η εφαρμογή της ακραίας καταστολής της μη αναπαραγωγικής σεξουαλικότητας από τον 4ο ως τον 6ο αιώνα δεν θα ήταν δυνατή χωρίς μια μεταφυσική που απαιτούσε από τον καθένα να ταυτιστεί ως υποκείμενο με τον ορθό λόγο αλλά και να πολεμήσει τον αισθησιασμό, ο οποίος απειλεί συνεχώς αυτή την ορθολογικότητα. Η ομοφυλόφιλη προδιάθεση δεν αποτελεί παρά μια ειδική περίπτωση της επιθυμίας, η οποία αποτελεί αντικείμενο γενικευμένης καταστολής.

Η γενικευμένη σύνδεση της ομοφυλοφιλίας με την θηλυκότητα είναι εντυπωσιακή ακόμη και στα πρώτα κείμενα σεξολογίας, τα οποία γράφονται προς το τέλος του 19ου αιώνα. Η σύνδεση αυτή δεν αποτελεί την αιτία για την υποτίμηση των ομοφυλόφιλων αλλά αντίστροφα είναι το αποτέλεσμα της επίδρασης μιας μακραίωνης καταστολής. Υπό αυτή την έννοια, η σύγχρονη Ομοφοβία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα λείψανο μιας εποχής που κατασκεύασε επιμελώς έναν ισχυρό δεσμό ανάμεσα σε ανδρισμό και πνεύμα.

Η εξημέρωση της φύσης

Η κυριάρχηση πάνω στη σάρκα μέσω του πνεύματος είναι ανάλογη του μετασχηματισμού της φύσης σε πολιτισμό – αν μιλήσουμε με όρους υποταγής: Ο ευνουχισμός του άγριου ταύρου τον μετατρέπει σε ήρεμο μοσχάρι που τοποθετείται κάτω από το ζυγό για να υπηρετήσει το άροτρο. Ένα πανάρχαιο παράδειγμα που παραμένει ζωντανό μέχρι τα μέσα της πρώτης χιλιετηρίδας στη λατρεία του Μιθριδάτη. Η καθυπόταξη του ταύρου συμβολίζει την ανθρώπινη κυριαρχία πάνω στην σκληροτράχηλη κι, εν μέρει, επικίνδυνη φύση.

Σε αντίθεση με τον ταύρο ο άνθρωπος (η συνειρμική σύνδεση αφορά τα φαλλικά χαρακτηριστικά) διαθέτει ωστόσο πνεύμα, που τον καθιστά ικανό να κυριαρχήσει πάνω στην δική του άγρια φύση. Ο αυτό-ευνουχισμός, η εξάλειψη της ενόρμησης είναι κάτι που αποτελεί αντικείμενο συζήτησης αλλά στον Μεσαίωνα καταδικάζεται. Σύμφωνα με μεσαιωνικές παραστάσεις, οι ισχυροί (και οι) άνδρες χαρακτηρίζονται από την αρετή της αυτοκυριαρχίας.

Η κεντρική σημασία αυτής της δομής επανεμφανίζεται στην διδασκαλία του Freud και ιδιαίτερα στις διατυπώσεις του σχετικά με την μετουσίωση (Sublimation). Η μετουσίωση (ένα από τα πεπρωμένα της ενόρμησης) είναι ένας μηχανισμός μετατροπής της ενορμητικής ενέργειας σε κάποιο πολιτισμικό επίτευγμα. Στην περίπτωση του Leonardo da Vinci o Freud ανακαλύπτει στην τέχνη του στοιχεία μιας μετουσιωμένης ομοφυλοφιλίας, μιας ομοφυλοφιλίας δηλαδή που δεν βιώθηκε άμεσα αλλά μετουσιώθηκε σε έργα τέχνης (Freud 1911).

Ο φαλλοκεντρισμός της ψυχανάλυσης (φθόνος του πέους, άγχος ευνουχισμού) σε τελευταία ανάλυση σεξουαλικοποιεί την φιλοσοφικά/θεολογικά θεμελιωμένη προτεραιότητα που δίνεται στον άνδρα. Όχι ο Θεός, όχι το πνεύμα αλλά ο φαλλός είναι αυτό που στέκεται αυτή τη φορά στο κέντρο. Όμως πάλι είναι κάτι ανδρικό και η γυναίκα κατασκευάζεται ως ένα ον ελλειπτικό. Είναι εντυπωσιακό – κι εδώ βρίσκω ένα στοιχείο προδοσίας – ωστόσο ότι αυτό που πρέπει να μετουσιωθεί δεν είναι κάποια ωμή επιθετικότητα αλλά το ομοφυλόφιλο ερωτικό στοιχείο.

Το μοντέλο μετασχηματισμού που κερδήθηκε από την εκπολιτιστική διαδικασία και τοποθετήθηκε μέσα στην ανδρική υποκειμενικότητα, βιώνει εδώ μια μετατόπιση: Πρώτον, η ομοφυλοφιλική επιθυμία δεν ευνουχίζεται αλλά μετουσιώνεται, πράγμα που σημαίνει πως μια ισχυρή ενόρμηση οφείλει να διατηρηθεί με άλλο πρόσημο. Δεύτερον, κατά την αλλαγή πορείας της ενόρμησης δεν της αφαιρείται το επιθετικό στοιχείο που τραυματίζει αλλά το ομοφυλοφιλικό υπόστρωμα. Το δυναμικό σε επιθετικότητα μπορεί με αυτόν τον τρόπο να διατηρείται και να βρίσκει εφαρμογές στην οριζόντια προέλαση (ο αδυσώπητος πολεμιστής).

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτή η κατασκευή της ανδρικής υποκειμενικότητας από τον αρχαίο κόσμο, επιδρά σε εμάς ακόμη και σήμερα. Η ανδρική επιθυμία προσλαμβάνεται ως φυσική και άγρια. Μια ισχυρή, δυνητικά επικίνδυνη δύναμη που πρέπει να εξημερωθεί. Από τον ίδιο τον άνδρα σε ένα μοναχικό αγώνα. Αν αυτό αποτελεί το βασικό μοντέλο του ανδρισμού τότε εξηγείται η προσδοκία μιας ερωτικής επιθετικότητας από την πλευρά του άνδρα. Ταυτόχρονα περιμένουμε πως αυτή η επιθετικότητα θα αναληφθεί και θα συγκρατηθεί από αυτόν που την αισθάνεται. Οι περιστάσεις δεν ευνοούν την πλήρη βίωση αυτών των πραγμάτων από έναν νεαρό άνδρα. Εκτός από την περίπτωση που ο ίδιος εμπλακεί σε ομοφυλοφιλικά περιβάλλοντα.

Όπως προσπάθησα να δείξω στο βιβλίο μου, χρειαζόμαστε μια καινούρια έννοια για το πνεύμα. Μια έννοια εκκοσμικευμένη και ουδέτερη απέναντι στα φύλα. Η έννοια αυτή είναι χρήσιμη για τον άνδρα που αισθάνεται ανασφάλεια. Χρειαζόμαστε έναν εκκοσμικευμένο ορθό λόγο. Μια ορθολογικότητα που δεν είναι κατ’ ανάγκη προσανατολισμένη στην υπέρβαση, που δεν τοποθετεί απέναντι της την φύση και τον αισθησιασμό. Έναν ορθολογισμό γήινο, οριζόντιο, μη μεταφυσικό.

Χρειαζόμαστε επίσης ένα μη διανυσματικό προσχέδιο αρρενωπότητας. Μια εννοιολογική μετατόπιση που θα μας απομακρύνει από την υπερβατικότητα αλλά και από την διεισδυτική προέλαση, η οποία τις περισσότερες φορές οδηγεί στην χρήση βίας.


Απόδοση από την γερμανική γλώσσα, Κώστας Σκαρπίδης

 

 

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top