ΙΣΤΟΡΙΕΣ

O πιο καλόψυχος αλήτης της πόλης έφυγε (γράφει ο Mario Vagman)

Δεν συνηθίζονται στα ανθρώπινα ήθη και έθιμα οι επικήδειοι λόγοι σε μη ανθρώπινα όντα. Δε συνηθίζονται ούτε καν οι προσωποποιήσεις τους. Όταν συμβεί, είτε το ένα, είτε το άλλο, βρισκόμαστε μάλλον στον κόσμο των παραμυθιών, της φαντασίας και του υπερβάλλοντα φιλοζωικού ζήλου.

Ευτυχώς, δε συμβαίνει πάντα. Ειδικά όταν ένα ον, ένα πλάσμα, φαινομενικά σκύλος, όταν το συναντούσες κάπου στη γωνιά ενός καφέ, στη μέση του δρόμου, ανάμεσα σε περαστικούς, κυνηγώντας μια όμορφη θηλυκιά στην άλλη άκρη της πόλης, γκρινιάζοντας και φωνάζοντας μπροστά σε ορατούς κι αόρατους εχθρούς, ένιωθες λες και έβλεπες ένα γνωστό που είχες καιρό να δεις κι αναρωτιόσουν τι κάνει.

Τον φώναζες Σπύρο όποτε τον έβλεπες, κι αυτός σου απαντούσε. Ανάλογα δε και με την οικειότητα που είχε μαζί σου ή την εμπιστοσύνη που ένιωθε, ή τα κέφια του τέλος πάντων, άλλοτε σου έλεγε ένα απλό γειαχαραντάν με χαμηλωμένο βλέμμα, άλλοτε έκανε μια σβούρα γύρω σου σα γραφικός δημοσιοσχετίστας του Ναυπλίου και άλλοτε σου έκανε την τιμή να κάτσει για λίγη ώρα στην παρέα σου. Να τριφτεί μαζί σου.

Πώς να το αντιμετωπίσεις επομένως αυτό το ον; Ον αγνώστου ηλικίας. Ο καθείς θα σου δώσει και διαφορετικό νούμερο. Ανάλογα με το πόσο πίσω πάνε οι μνήμες του, ανάλογα με κάποιο γεγονός που θυμάται, και ο Σπύρος, κάπου εκεί γύρω ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Είχε εισχωρήσει πονηρά και κουτσομπόλικα μέσα στο κάδρο του γεγονότος. Αυτού του γενονότος και πολλών ακόμα, διαφόρων γενεών.

Το να αναζητάς την πραγματική ηλικία του Σπύρου μέσα από τις μαρτυρίες των κατοίκων μοιάζει με την αναζήτηση της ηλικίας κάποιας σιτεμένης σταρ του σινεμά που κρύβει επιμελώς τα χρόνια της και αυτά γίνονται αντικείμενο αντικρουόμενων απόψεων. Μόνο που ο Σπύρος δεν έκρυψε τίποτα με τη θέλησή του. Είχε περιφρόνηση των ετών. Γι’ αυτό σου δημιουργούσε και την εντύπωση πως θα ζει εδώ για πάντα. Θα γίνει ο Χαϊλάντερ του είδους του. Θα τον βλέπεις όσα χρόνια και να περάσουν, να περπατάει την ημιλυκόσκυλη σάρκα του, χαλαρή κι ωραία, ανάμεσα σε γνωστούς κι αγνώστους. Μέρες γεμάτες από κόσμο, τουριστικές, μέρες άδειες από κόσμο, καθημερινές. Δεν είχε σημασία. Να περιπατεί όμως ως ίσος. Ως συνιδιοκτήτης ισότιμος του δημόσιου χώρου.

Πώς να αντιμετωπίσεις επομένως αυτό το ον; Αυτό το μαγκάκι που έμπαινε στα στέκια του, πάντοτε άφραγκος, κουρελής και κουρασμένος, χωρίς να πληρώσει ποτέ; Χωρίς να δώσει ποτέ λογαριασμό σε κανέναν; Που κατάφερε και κορόιδεψε όλα τα δηλητήρια που του μοίρασε το πλήθος των δηλητηριασμένων ψυχών της πόλης.

Πώς να αντιμεπωπίσεις αυτήν την ιστορική φυσιογνωμία; Αυτή τη διασημότητα; Που τον ήξεραν όλοι ή σχεδόν όλοι, κι εσένα μπορεί να μη σε ήξεραν και να μη σε μάθουν και ποτέ. Και γι’ αυτό τον ζήλευες.

Γιατί ήταν το πιο ελεύθερο πνεύμα. Ο πιο καλόψυχος αλήτης της πόλης.

Καλό του ταξίδι.

Mario Vagman

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top