ΙΣΤΟΡΙΕΣ

«23000 και μία, στραβάδια, απολύομαι» – Αντίο σ’ έναν μεγάλο Νεοέλληνα

Η θητεία του Τζίμη Πανούση στη ζωή έληξε χθες. Κράτησε περίπου 23 χιλιάδες μέρες και κάτι ψιλά. Aπό τις 12 Φεβρουαρίου του 1954 ως τις 13 Ιανουαρίου του 2018. Σχεδόν 64 χρόνια. Η θητεία του έργου του όμως στην αιωνιότητα της ελληνικής τέχνης και της πολιτικής σκέψης μόλις ξεκίνησε.

Όχι γιατί ο νεκρός δικαιώνεται ως είθισται. Ο Τζίμης άλλωστε δε ζούσε ποτέ εκεί που γεννιούνται τα συνηθισμένα.

Απλά γιατί κανείς δεν αποτύπωσε πιο ειλικρινά μέσα από τους στίχους, τις μουσικές, τα βιβλία και τις παραστάσεις του, τη νεοελληνική παρακμή, το τέλος της παράδοσης, τον υπερκαταναλωτισμό, την υποκρισία, τη μοναξιά, την καταπίεση, την ανάγκη ελευθερίας, τον έρωτα, την ανιαρή καθημερινότητα, τον ανθρώπινο αγώνα, την αποβλάκωση της οθόνης, τους φόβους, τις ανασφάλειες, το μικροαστισμό, το νεοπλουτισμό, τις ενοχές, το μιμητισμό της κοινωνίας στα δυτικά πρότυπα, την ασέβεια που χρωστάμε και δε δίνουμε σε όσους και όσες την αξίζουν και το σεβασμό που χρωστάμε και δε δίνουμε σε όσους και όσες τον αξίζουν.

Ο Τζίμης αποτύπωσε την πραγματικότητα γύρω του όσο κανείς.

«Σύντροφοι καταναλωτές» λέει, και χαράσσει με δυο λέξεις την ιστορία της μεταπολίτευσης. «Η πολιτική είναι βρώμικη δουλειά και την έχουμε αναθέσει στους πιο ηλίθιους να την κάνουν, γιατί εμείς βαριόμαστε». Και η πολιτική πραγματικότητα της σύγχρονης Ελλάδας βρίσκει σε μια φράση το πιο διαχρονικό της νόημα. «Τα σπίτια μας βγάλανε κέρατα» τραγουδάει στα νιάτα του και η τηλεόραση από εκείνο το σημείο και ύστερα καταλαμβάνει το μυαλό όλης της ελληνικής οικογένειας. «Δε ψήλωσε η κοντούλα λεμονιά και το παπάκι δεν πάει στην ποταμιά» τραγουδάει στο κομμάτι ‘Νεοέλληνας’. Και το δημοτικό τραγούδι, έτσι ανέξοδα περιφρονείται από τους νεοέλληνες, οι οποίοι παρεμπιπτόντως, και σύμφωνα με τα λεγόμενά του αλλά και την ιστορική πραγματικότητα που είναι αμείλικτη, «κόβουν τα δέντρα, χτίζουν μεζονέτες και κάνουν τα παιδιά τους μαριονέτες».

Στο κομμάτι ‘Vivere pericolosamente’ γράφει: «Θέλω να κάνεις αγαπούλα, κάτι βρώμικο, που να ξεφεύγει από της ρουτίνας τη χλαπάτσα. Θέλω να φύγεις αγαπούλα με άλλο γκόμενο, και να πετάξεις το παιδί από την ταράτσα». Στίχος επιφανειακά κωμικός, ακραίος, αντισυμβατικός, όπως όλο το έργο του. Στο βάθος του όμως δραματικός, απεγνωσμένος και αυτοσαρκαστικός. Όπως όλο το έργο του. Σε ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό κομμάτι του με τίτλο ‘Ο λάκκος με τ’ αστεία’, ο Τζίμης γράφει και τραγουδάει με μελαγχολική φωνή:

Το τσίρκο που `χω στήσει, το υπόγειο μαγαζί
βουλιάζει και με παίρνει και μένανε μαζί
Βουτάω το μαύρο χιούμορ σε έγχρωμη οπή 
και δάχτυλο Κυρίου μου γνέφει σιωπή

Αμέτρητοι ακόμα στίχοι και μουσικοί ρυθμοί, φράσεις, ατάκες, εικόνες και ιστορίες του Τζιμάκου συμπυκνώνουν την αμοντάριστη ταινία του ελληνικού βίου, εισβάλλουν άμεσα στη ψυχή και το μυαλό μας, μας στήνουν στη γωνία και θα μας στήνουν, γιατί ο Τζιμάκος δεν εξαίρεσαι ποτέ τον εαυτό του από εμάς. Ήταν ένας λαϊκός καλλιτέχνης.

Λαϊκός κι ελληνικός.

Ο Όμηρος λέγεται πως είχε πει κάποτε ότι ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου είναι ο θάνατος και η μεγαλύτερή επιθυμία του ανθρώπου από την άλλη είναι να μην είχε γεννηθεί ποτέ. Αιώνες αργότερα, ο Τζίμης Πανούσης πιάνει αυτό το κρυφό νήμα του ελληνικού πνεύματος, αυτή την απλή, υπαρξιακή και παιδική ματιά στη θέαση του κόσμου και γράφει:

Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά
στου κόλπου σου τη ζέστη χωμένος βαθιά
εσύ κοιλοπονάς μα εγώ δε βγαίνω
να ξαναγεννηθώ δεν την παθαίνω

Το ίδιο νήμα μάλλον είχε βρει και είχε αγαπήσει στους ρεμπέτες, στο δημοτικό τραγούδι, στο Μάνο Χατζιδάκι, στους ποιητές, στο Μανώλη Ρασούλη, τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τόσους άλλους μοναχικούς περιπατητές της τέχνης και της σκέψης. Εξαιτίας αυτής του της αγάπης μάλλον είχε κρίνει κάποτε αρνητικά τη μελοποίηση του εθνικού ύμνου. Δεν απηχούσε η σύνθεση του Μάντζαρου, όπως έλεγε χιουμοριστικά, τον διαχρονικό νταλκά του ελληνισμού. Για το Σολωμό όμως, κουβέντα δεν είπε.

Ο Τζιμάκος ήταν αναρχικός, κομμουνιστής, αντιεξουσιαστής, αντισυμβατικός, εκκεντρικός, ευαίσθητος και πολλά ακόμα επίθετα. Αλλά πάνω από όλα ήταν ελληνικός. Γιατί κατέγραψε στο έργο του τη ζωή και την ιστορία μας όσο δεν έκανε κανείς άλλος για χάρη μας. Μας ξεγύμνωσε όπως ο ίδιος ξεγύμνωσε ντροπαλά τον εαυτό του. Όπως όλοι οι μεγάλοι Έλληνες που αγάπησε, μας έδωσε περισσότερα απ’ όσα αξίζαμε.

Η ιστορία όμως θα τον δικαιώσει. Τώρα που έφυγε από κοντά μας θα τον ακούμε και θα τον διαβάζουμε περισσότερο. Εμείς, τα παιδιά μας, τα παιδιά των παιδιών μας και πάει λέγοντας. Αρκεί να μην είμαστε μικροαστοί και μας φάνε στο τέλος αυτά τα παιδιά, όπως χαρακτηριστικά μας τραγούδαγε. Ή μήπως και αυτό έχει ήδη συμβεί;

Καλό σου ταξίδι Τζιμάκο. Ας ελπίσουμε πως στον παράδεισο δεν έχει κάγκελα παντού.

Mario Vagman

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top