ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Οι «Σκοπιανοί» – Ένας σπασμένος καθρέφτης της εσωτερικής Μογγολίας

Γράφει ο Κώστας Σκαρπίδης

Α. Αν έπρεπε να διαλέξουμε ένα και μοναδικό σημείο από την δημόσια συζήτηση, το οποίο θα ήταν σε θέση να αναδείξει την αδυναμία εκ μέρους Ελλήνων πολιτών να αντιμετωπίσουν κατάματα την κρίση αξιοπιστίας που προκύπτει από τις διακηρύξεις ’’υγιούς πατριωτισμού’’, αυτό το σημείο βρίσκεται στην επιφάνεια των πραγμάτων. Στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται κάποια εμβάθυνση, μιας και η γλώσσα που χρησιμοποιείται στον ελληνικό δημόσιο λόγο αποκαλύπτει το μέγεθος της κατάρρευσης τόσο του πατριωτισμού, όσο και των υποκειμένων που τον επικαλούνται ως πηγή ταυτότητας και προσανατολισμού. Εκτός και εάν δεχτούμε εκ των προτέρων, πως πατριωτισμός στην συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει μεταμφιεσμένο μίσος και περιφρόνηση προς τους πιο αδύναμους.

Β. Ας θέσουμε ως χρονικό ορίζοντα της αναζήτησης μας τα βασικά γεγονότα από το 1993 ως σήμερα. Αφήνοντας κατά μέρος τις ιστορικές επεξεργασίες σε παρελθοντικό ορίζοντα στην βάση αιώνων. (Εθνοκαθάρσεις, ξεριζωμούς και βαλκανικές βιαιότητες).

Από την εκκίνηση του ανεξάρτητου κράτους των Σλαβο-Μακεδόνων πριν από 25 χρόνια (μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας) μέχρι σήμερα, γινόμαστε μάρτυρες μιας μεγάλης απροθυμίας από την πλευρά μας,να γίνει αποδεκτό το δικαίωμά τους να ονομάσουν εαυτούς – σύμφωνα με την θέλησή τους. Στο ενδιάμεσο διάστημα αναγνωρίστηκαν ως Μακεδονία από τα πιο ισχυρά κράτη του πλανήτη και κυρίως από αυτά που θα μπορούσε να μας ενδιαφέρει η γνώμη τους. Μόνο οι εξωγήινοι δεν τους έχουν αναγνωρίσει ακόμη, ίσως λόγω κάποιων ισχυρών δημοσίων σχέσεων που έχουμε με το Υπερπέραν. Έχουμε δυνατούς ανθρώπους σε αυτόν το τομέα, να μην τους ονομάσω, τους γνωρίζετε όλοι.

Γ. Από την αρχή αυτής της ιστορίας το 1993 αρνηθήκαμε αντανακλαστικά τον αυτοπροσδιορισμό τους, επικαλούμενοι διάφορα επιχειρήματα και ιστορικούς λόγους. Είναι καλό να γνωρίζουμε πως οι γείτονες αντιστάθηκαν με αποφασιστικότητα τόσο στους Γερμανούς όσο και στους Βούλγαρους τοποτηρητές των Ναζί. Όπως και το ότι οι παρτιζάνοι τους ήταν έτοιμοι να κατηφορίσουν προς την Θεσσαλονίκη διεκδικώντας την. Αλλά οι ηγέτες τους σωστά έκριναν πως δεν τους έπαιρνε. Μέχρι εδώ καλά. Η παγκόσμια κοινότητα έδωσε μια προσωρινή διατύπωση για την χώρα τους, το ΠΔΓΜ, προσφέροντας έναν ανέντιμο συμβιβασμό, μιας και στις διμερείς σχέσεις φρόντισαν να τους αποδεχτούν με το όνομα που αμφότεροι ήθελαν, γράφοντας μας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους. Αυτή λοιπόν η ’’προδοτική’’ στάση της παγκόσμιας κοινότητας προς το λίχνο του νεοελληνικού πολιτισμού, συμβάδισε εξαιρετικά με την απροθυμία μας να τους βαφτίσουμε εμείς, οι νονοί, διαλέγοντας γι αυτά τα μικρά παιδιά ένα όνομα. Το γεγονός πως από την δημόσια συζήτηση των συστημικών ΜΜΕ απουσιάζει επιμελώς η υπόμνηση πως οι γείτονες είναι και αυτοί χριστιανοί ορθόδοξοι μοιάζει για κάποιο λόγο να μας διαφεύγει. Τυχαίο; Δε νομίζω.

Δ. Αντίθετα, και με έναν απροσδόκητο τρόπο, καταφέραμε σχετικά γρήγορα να συνεννοούμαστε μεταξύ μας για 25 χρόνια ως προς την ονομασία των γειτόνων – επιλέγοντας αυθαίρετα τη λέξη ’’Σκοπιανοί’’. Αυτή η λέξη χρησιμοποιήθηκε αρχικά προσωρινά, ωστόσο παγιώθηκε στις γλωσσικές χρήσεις μας. Κι εδώ προκύπτουν δύσκολα και άβολα ερωτήματα. Πως έγινε δυνατό μια ολόκληρη κοινωνία να χρησιμοποιεί μια λέξη αργκό, μια λέξη της υποκουλτούρας αν θέλετε, να εγκατασταθεί στον δημόσιο λόγο και να εκφέρεται από πολίτες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Να ξεστομίζεται όχι μόνο από τους απλούς ανθρώπους αλλά και από άτομα που κατέχουν υπεύθυνες δημόσιες θέσεις. Πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, πολιτικοί την εκφέρουν όταν πρόκειται να σχολιάσουν κάτι που αφορά την σχέση μας με τους ακατανόμαστους.

Η λέξη αυτή είναι από γραμματικής άποψης, στην προσπάθεια να ονομάσει ένα διακριτό σύνολο, μια τεράστια αποτυχία. Κάθε πρωτοετής φοιτητής φιλολογίας ή γλωσσολογίας, κανονικά είναι σε θέση να αναγνωρίσει αμέσως πως πρόκειται για έναν εκτροχιασμό. Όχι μόνο μια ανοησία, μια λέξη που δεν βγάζει νόημα αλλά και μια λέξη που όταν εκφέρεται είναι καταδικασμένη να μην οδηγήσει πουθενά αλλού παρά στην καταβαράθρωση της αξιοπιστίας αυτού που την ξεστομίζει. Σχηματικά, θα έλεγα πως μπορούμε να διακρίνουμε δυο κατηγορίες εκφοράς της. Άνθρωποι που όταν’’αναγκάζονται’’ να την χρησιμοποιούν σηματοδοτούν μια κάποια απροθυμία κατά την εκφορά , βαριανασταίνοντας ή αγκομαχώντας, κι αυτοί που ηδονίζονται ανεπιφύλακτα. Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε έναν πολίτη με καταγωγή από την Πελοπόννησο, Αθηναίο – επειδή πρωτεύουσα της Ελλάδας είναι η Αθήνα. Θα του αφαιρούσαμε κάτι από την ιδιαίτερη ταυτότητα του, θα τον αδικούσαμε κατάφωρα κι αν είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία για αυτόν ο τόπος του, τότε θα τον προσβάλλαμε. Όμως οι ’’Σκοπιανοί’’ είναι ένας βολικός σάκος του μποξ. Γιατί είναι αδύναμοι. Η λέξη αυτή είναι ρατσιστική και προσβάλλει την αξιοπρέπεια των γειτόνων. Θα μπορούσε άνετα να θεωρηθεί ως η ρατσιστικότερη λέξη της εικοσιπενταετίας. Να εμπίπτει στον αντιρατσιστικό νόμο. Αυτό θα συνιστούσε μια επανόρθωση και μια μετάνοια.

Ε. Μια επανόρθωση στους εαυτούς μας. Γιατί οι λέξεις που χρησιμοποιούμε έχουν συνέπειες για εμάς. Γιατί η κατασκευή του άλλου είναι η κατασκευή του εαυτού. Η λέξη ’’Σκοπιανός’’ είναι ένα αυτογκόλ, μια θριαμβευτική παράκρουση για μικρομέγαλους, μια γκέλα τού κατηχητικού. Φτιαγμένη να γεμίζει το στόμα πολιτικών νάνων. Γιατί αυτός που ομιλεί δημόσια είναι υποχρεωμένος να σέβεται τους κανόνες της γλώσσας του και να μην ολισθαίνει σε ’’ελληνικούρες’’. Ακόμη χειρότερα: το να συναινούμε στην καθολική χρήση μιας ’’εσφαλμένης’’ λέξης που εμπεριέχει μέσα της, έστω και δυνητικά, την υποτίμηση του άλλου, είναι ενάντια σε μας τους ίδιους. Είναι η ψευδαίσθηση πως αν το ισχυριστούν οι περισσότεροι, τότε ο γαίδαρος πετάει.

Είναι η έκφραση ενός πράγματος που λανθάνει. Δείχνει να ευνοεί την διακήρυξη αδυνατότητας για ταπείνωση – ως έμβληματική εμπροσθοφυλακή ενός αυτοκαταστροφικού ναρκισσισμού. Κάποιοι αυτό το ονομάζουν περηφάνεια…

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

To Top