ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μερικά χρονάκια και κάτι ψιλά χωρίς το φιλαράκι μου – Γράφει η Μαρία Δήμα

Αυτό το κειμενάκι το φύλαγα στο πιο απόμερο συρτάρι της μνήμης μου για την Παγκόσμια Ημέρα της φιλίας, που είναι στις 30 Ιουλίου. Η ανάγκη, όμως, για λύτρωση, δεν καταλαβαίνει ούτε από Παγκόσμιες Ημέρες, ούτε από παρόμοιες τσαρλατανιές που καμία αξία δεν έχουν μπροστά στην πραγματικότητα και τις κακοτοπιές της.

Θα με συγχωρέσετε για τα τυχόν λάθη στη σύνταξη ή τη γραμματική, αλλά δε θα αλλάξω ούτε θα διορθώσω τίποτα, γιατί θέλω οι σκέψεις αυτές να αποτυπωθούν αληθινές κι ατόφιες, και όχι φορτωμένες με άχρηστα στολίδια.

Αν μου ζητούσαν να πω ποιο είναι το πιο πολύτιμο δώρο που δίνεται στον άνθρωπο, ακόμα και πριν την υγεία, θα έλεγα ότι είναι οι φίλοι. Κι αυτό γιατί μπορεί να είσαι άρρωστος μέχρι θανάτου, αλλά μια αγκαλιά ενός φίλου να σε κάνει να αισθανθείς αιώνιος μέσα σ’ αυτόν τον πεπερασμένο κόσμο, ενώ αν είσαι υγιέστατος αλλά χωρίς φίλους, να λογαριάζεσαι για δυστυχής και ταλαίπωρος.

Υπάρχουν φίλοι και φίλοι. Άλλοι παιδικοί, άλλοι εφηβικοί, άλλοι της ενηλικίωσης, άλλοι που προσποιούνται το φίλο γιατί κάτι επιδιώκουν να αποσπάσουν από σένα, άλλοι «ντυμένοι φίλοι ήρθαν αμέτρητες φορές οι εχθροί μου» και τα σχετικά… ωστόσο, η πικρή αλήθεια που είτε το παραδεχτείτε είτε όχι, ένας με δύο το πολύ είναι αυτό που αποκαλούμε «οι κολλητοί».

Οι κολλητοί. Αυτοί που στην πιο μεγάλη καφρίλα θες να είναι μαζί σου. Αυτοί που όσο διαφορετικοί κόσμοι κι αν είστε, δίνουν τόπο στην οργή τα σύμπαντά σας για να συναντηθείτε. Γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Γιατί δεν μπορεί να διατηρηθεί η ενέργεια στον πλανήτη αν δεν ανταλλάξετε την αγάπη και το γέλιο σας. Γιατί αν δεν υπήρχαν, η ζωή σας δε θα ήταν ποτέ ίδια. Μπορεί να ήταν καλύτερη ή χειρότερη, αλλά δε θα ήταν αυτή που είναι. Γιατί είναι οι μόνοι που αν σου συμβεί κάτι θα κλάψουν, θα θρηνήσουν και θα σε ζητάνε πίσω για μια ζωή, καθότι ο γκόμενος μπορεί να λυπηθεί και να σε κλάψει, αλλά θα προχωρήσει παρακάτω αργά η γρήγορα. Θέλει παιδιά, θέλει γάμο, θέλει δυο χέρια στα γηρατειά να του αλλάξουν την πάνα. Η φιλία, όμως, είναι ανιδιοτέλεια και ποτέ δεν περιμένει ανταλλάγματα τέτοιου τύπου. Είσαι εκεί γιατί θες και όχι γιατί κάτι περιμένεις.

Τι γίνεται, όμως, όταν μια νύχτα χτυπάει το τηλέφωνο σαν τρελό; Πολλά και διάφορα μπορεί να γίνονται: μπορεί να σε παίρνει η μάνα σου να τσακιστείς να γυρίσεις σπίτι (μα σπίτι είσαι!). Μπορεί να σε παίρνει τηλέφωνο ένας κολλημένος κάγκουρας για να σου αφιερώσει σκυλάδικα (μα δεν ακούει σκυλάδικα!). Μπορεί να σε παίρνει τηλέφωνο η κολλητή σου (μα δεν είναι το νούμερο δικό της!). Ουφ, δεν είναι τίποτα! Κάτι είναι, ωστόσο. Ξανακαλεί. Κάτι γίνεται. Τι δεν μπορεί με τίποτα να γίνεται, όμως; Να έπαθε κάτι η κολλητή σου.

Ή μήπως γίνεται; Ή μήπως το πιο φρικτό σενάριο που ποτέ δε φαντάστηκες ούτε για αστείο, τώρα βρίσκει τη θέση του μέσα στη φράση «έλα γρήγορα στο νοσοκομείο, η Τάδε ενεπλάκη σε τροχαίο και πλέον παλεύει για τη ζωή της»; Κόκκαλο. Ένα τσεκούρι σε βαράει στο κούτελο και δε βλέπεις μπροστά σου. Τα ερωτηματικά κατακλύζουν το κεφάλι σου σαν γιγάντια μυρμήγκια που σιγά-σιγά αρχίζουν να σου τρώνε τα ενδότερα. Πώς τράκαρε αφού δεν οδηγάει; Πώς έγινε; Πού έγινε; Πού έχει χτυπήσει;

Δε θα είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Πάνω στον πανικό, όλα γιγαντώνονται και αποκτούν ένα μέγεθος που σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Κάτι δε θα κατάλαβαν καλά. Και το κλάμα να μη βγαίνει. Πού στο διάολο πήγε; Γιατί άλλες φορές έρχεται σαν απρόσκλητος επισκέπτης για να σε λυτρώσει από τη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής, ενώ τώρα έχει κρυφτεί σε κάτι απόμερες σπηλιές της λογικής μας; Και κάπως έτσι, φτάνεις στο νοσοκομείο.

Το τι βλέπεις εκεί είναι κάτι που δε θέλω να το περιγράψω, γιατί δεν μπορώ να το αποδώσω ούτε στο ελάχιστο. Είναι η στιγμή του απόλυτου κενού, της απόλυτης απόγνωσης και του απόλυτου πανικού. Όλα στον υπερθετικό βαθμό. Η ελπίδα, ο φόβος, ο θάνατος… η κάθε γωνιά εκεί μέσα μυρίζει θάνατο και στάζει πόνο. Για μένα, τουλάχιστον. Να περάσει η μπόρα και δε θα ξαναπατήσω το ποδάρι μου εδώ. Η μπόρα, όμως, τότε άρχιζε. Το μόνο που βλέπω είναι έναν καταϊδρωμένο και κατάχλωμο γιατρό να βγαίνει και να λέει κλαίγοντας: «Η Τάδε υπέκυψε στα τραύματά της. Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να την κρατήσουμε στη ζωή, αλλά δεν τα καταφέραμε. Λυπάμαι»…

Τι λες ρε μαλάκα; Τι «λυπάμαι»; Τι ξέρεις εσύ απ’ αυτήν για να λυπάσαι; Μήπως είσαι εσύ που δε θα ξανακούσεις τη φωνή της, τα όνειρά της, τους φόβους της; Από εσένα θα λείψει το γέλιο της, το απαλό της χάδι στο μπράτσο σου την ώρα που όλα πάνε σκατά; Από εσένα θα λείψει η υπέροχη φωνή της, που κάθε τόσο την έβαζες να τραγουδάει για να βγάλεις ένα συγκεκριμένο τραγούδι στην κιθάρα; Εσύ έχασες το φιλαράκι σου; Εσύ θα αναγκαστείς να τη δεις χλωμή μέσα σ’ ένα γαμωκουτί; Πώς λυπάσαι δηλαδή; Αλλά δε μου φταις κι εσύ. Τόσα ξέρεις, τόσα λες. Ο θάνατος μου φταίει. Αυτός ο μαλάκας που άρπαξε την ψυχή μου και άρχισε να τη χτυπάει στα βράχια σαν χταπόδι. Και μ’ αυτόν τον ηλίθιο δεν μπορώ να τα βάλω δυστυχώς, γιατί πάντα έρχεται πρώτος. Πάντα δίνει την τελευταία πινελιά, γελάει τελευταίος. Είναι ένας ξεδοντιάρης πορνόγερος που πρέπει να κοιμηθώ μαζί του για να πληρώσω τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Κι έχει μια απίστευτη βρώμα που κατακλύζει το χώρο και με αφανίζει. Αφανίζει ό,τι ζωντανό υπάρχει μέσα μου και με επιτάσσει να του κάτσω. Ο θάνατος της κολλητής μου είναι ένας βιασμός. Του ζητάω να με ξαποστείλει και μένα, αλλά είναι σαδιστής και με κρατάει ζωντανή. Του προσφέρω θυσία τον εαυτό μου και τον φτύνει κατάμουτρα. Αυτός είναι.

Και τον σιχαίνεται κάθε κύτταρό μου. Τι μεγαλοπρεπής βλακεία που είναι το μελόδραμα! «Άσε επιτέλους τις μαλακίες μωρή βλαμμένη, χάζεψες;», θα μου έλεγε σίγουρα αν με άκουγε. Τις αφήνω, λοιπόν, προσωρινά, και συνεχίζω για λίγο ακόμα. Αν μου έλεγαν τι μου λείπει πιο πολύ, θα έλεγα μόνο το εξής: η αγκαλιά που δε θα ξαναέχουμε. Αυτό με πονάει πιο πολύ απ’ όλα, και μου λείπει, και κατακερματίζει τα συναισθήματά μου κάθε λίγο και λιγάκι.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Πρώτα-πρώτα για να λυτρωθώ. Μέρες τώρα όλα αυτά είχαν επανέλθει στο νου μου. Κάποιος μπορεί να τραβάει ζόρι και ίσως ωφεληθεί. Και για κάτι άλλο. Γιατί είμαστε βλάκες και αγχωνόμαστε με ηλιθιότητες που δεν έχουν καμία απολύτως αξία. Η ζωή μας καταντάει κάθε μέρα ένα άθροισμα άγχους, ενώ παράλληλα ξεχνάμε ότι τα πραγματικά προβλήματα βρίσκονται πολύ μακριά μας, αλλά όχι και τόσο όσο νομίζουμε. Γι’ αυτό κόψτε τις μαλακίες και αγαπήστε λίγο παραπάνω τους ανθρώπους. Κανένας τους δεν είναι δεδομένος. Το επόμενο λεπτό είναι τόσο απρόβλεπτο όσο ποτέ δε φανταστήκαμε.

Μαρία Δήμα

------- ΓΡΑΜΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟ -------

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top