ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια σχολική εκδρομή στη φυλακή του Κολοκοτρώνη – Εξιστορεί η Μαρία Δήμα

Πάνε αρκετά χρόνια από τότε που πηγαίναμε Δημοτικό

Λένε ότι τα μαθήματα δυσκολεύουν και πως γνώσεις που παίρναμε στην Πέμπτη Δημοτικού, τώρα τα παιδιά οφείλουν να τις γνωρίζουν από την Τρίτη. Δεν είναι απίθανο, αφού ο κόσμος εξελίσσεται με ταχύτητες ιλιγγιώδεις και το επίπεδο των επαγγελματικών απαιτήσεων ανεβαίνει ολοένα και περισσότερο.

Νομίζω, όμως, πως μια σταθερή δυσκολία των παιδιών όλων των γενεών, είναι η αφομοίωση της προπαίδειας. Θεωρητικά, η προπαίδεια αποτελεί την πρώτη επαφή του μικρού παιδιού μ’ έναν άλλο τρόπο σκέψης, πιο διαφορετικό, πιο περίεργο, πιο πρωτότυπο, πιο μαθηματικό. Απ’ αυτήν την άποψη, λοιπόν, είναι λογική μια προσωρινή δυσκολία στην προσαρμογή σ’ αυτόν τον νέο τρόπο σκέψης.

Προσωπικά, δε, χρειάστηκα πάνω από ενάμιση μήνα για να αφομοιώσω την προπαίδεια του επτά. Ενώ με τους άλλους εννιά αριθμούς δεν είχα κανένα πρόβλημα, το εφτά ήταν ο εφιάλτης μου. Ακόμα θυμάμαι τα απογεύματα που έχασα απ’ το παιδικό παιχνίδι για να μπορέσω να μάθω το «εφτά οχτώ πενήντα έξι» (όχι, δεν το έκανα με το κομπιουτεράκι). Κρυφτό οι άλλοι; Προπαίδεια εγώ. Μήλα οι άλλοι; Προπαίδεια εγώ. Κλέφτες κι αστυνόμους οι άλλοι; «Τέσσερις εφτά είκοσι οκτώ εγώ.

Το ίδιο πρόβλημα ακριβώς είχε κι ένας φίλος μου με την προπαίδεια του έξι. Όταν μου περιέγραφε τις δυσκολίες του στο να μάθει τη συγκεκριμένη προπαίδεια, έβλεπα ότι ταυτιζόμασταν απόλυτα. Το χειρότερο, ωστόσο, ήταν ότι δεν ξέραμε καθόλου πώς να ξεπεράσουμε αυτή τη δυσκολία.

Έτσι, μια μέρα που μας ρωτούσε ο δάσκαλος την προπαίδεια μέσα στην τάξη, ευχόμουν από μέσα μου να μη μου τύχει κάτι που να έχει μέσα το εφτά. Σύμφωνα με το νόμο του Μέρφι, όμως, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσα αλλά εν τέλει επιβεβαιώθηκε πολλές φορές στη ζωή μου ως σήμερα, ό,τι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει. Έτσι, μου ‘ρθε ένα «εφτά εννιά», όλο δικό μου. Μετά από αρκετή ώρα απάντησα «εξήντα τρία», αλλά ήμουν εκτός χρόνου. Το ίδιο κι ο φίλος μου που του ‘τυχε το «έξι οχτώ».

Έξω φρενών ο δάσκαλος -λίγο πολύ με όλους μας-, μας προειδοποίησε: “Κακομοίρηδες μου, όποιος δεν ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά την προπαίδεια μέχρι την άλλη εβδομάδα, αύριο που θα πάμε εκδρομή στο Παλαμήδι, θα τον κλείσω μέσα στη φυλακή του Κολοκοτρώνη!».

Κρύος ιδρώτας μας έλουσε αμέσως και «εκεί το κλάμα και ο τρυγμός των οδόντων». Τι σόι τιμωρία ήταν αυτή; Για ένα τόσο δα προβληματάκι έπρεπε να μπούμε φυλακή; Διάφορες δικαιολογίες περνούσαν από το μυαλό μου για να μην πάω στην εκδρομή. «Να προφασιστώ πονόκοιλο;», σκεφτόμουν όλη την υπόλοιπη μέρα. Από την άλλη ήθελα να πάω κιόλας. Από το Παλαμήδι το Ναύπλιο φαινόταν τόσο όμορφο, τόσο ενωμένο. Και οι άνθρωποι που δε συμπαθούσα φαίνονταν τόσο μικροί και τόσο μακρινοί. «Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι», όπως λέει και το τραγούδι. Άρα, δεν μπορούσα να μην πάω. Μπορούσα, όμως, να είμαι προσεκτική έτσι ώστε να μη με ξεγελάσουν και με κλείσουν φυλακή.

Το επόμενο πρωί, λοιπόν, ξύπνησα με ανείπωτη χαρά που θα πηγαίναμε στο Παλαμήδι. Στην τσάντα μου επιτέλους δεν έβαζα βιβλία, τετράδια και κασετίνα, αλλά ένα μπουκαλάκι νερό, ένα σαντουϊτσάκι κι ένα μικρό σημειωματάριο με στυλό για να σημειώνω οτιδήποτε θα μου έκανε εντύπωση. Κι όλο χαρά, αλλά και επιφύλαξη ώστε να μη με βάλει ο δάσκαλος φυλακή, κινήσαμε όλοι μαζί για το Παλαμήδι.

Ο λόφος του Παλαμηδιού από την Πλατεία Καποδίστρια φαίνεται πολύ μικρότερος απ’ ότι πραγματικά είναι. Μ’ ένα βλέμμα είσαι κιόλας στην κορυφή του και χτυπάς την καμπάνα του Αγι’-Αντρέα. Μ’ ένα βλέμμα το ‘χεις κιόλας πολιορκήσει απ’ τους Αγαρηνούς, μη σου πω. Όπως λέει κι ο Αϊνστάιν, η λογική θα σε πάει απ’ το Α στο Β, αλλά η φαντασία θα σε πάει οπουδήποτε. Όταν, όμως, παίρνεις τα ποδαράκια σου και ανεβαίνεις ένα προς ένα τα θρυλικά 999 σκαλιά του λόφου, εκεί αλλάζεις γνώμη για το τι θεωρείς εύκολο και τι δύσκολο, για τη φυσική σου κατάσταση, για την υπομονή σου. Μπορεί, βέβαια να σταθήκαμε και λίγο τυχεροί, γιατί καθ’ οδόν μας είπαν ότι ο αριθμός 999 είναι θρυλικός και πως ο πραγματικός αριθμός των σκαλιών είναι 857. Τι σημασία έχει, άλλωστε;

Μήπως είχε κανείς την υπομονή να κάτσει να τα μετρήσει;

Μετά από αρκετή ώρα ανεβάσματος, πολλές στάσεις για νερό και πολλές διαμαρτυρίες, ανεβήκαμε στο πολυπόθητο Παλαμήδι. Σ’ αυτό το αριστούργημα που μας άφησαν οι Βενετοί τη δεύτερη φορά που ήρθαν στα μέρη μας (Β’ Ενετοκρατία). Ήταν και είναι πραγματικά ένα απ’ τα ομορφότερα κάστρα που έχει η Ελλάδα. Επιβλητικό, αυστηρό, όμορφο και απρόσιτο. Πρέπει να το θες πολύ για να φτάσεις εκεί πάνω και να γίνεις ένα με την κάθε πέτρα και το κάθε χαλίκι που βρίσκεται εκεί απ’ τα χρόνια που ο 23χρονος Στάικος Σταϊκόπουλος με το πρωτοπαλλήκαρό του τον Δημήτριο Μοσχονησιώτη, 200 άνδρες και μια ξύλινη πεντάμετρη σκάλα, μέσα στη νύχτα και τη γδαρτή βροχή αποφάσισε ότι ήταν η ώρα αυτό το κάστρο να επιστρέψει στα πονεμένα χέρια των Ελλήνων.

Γύρισα και κοίταξα προς τα κάτω. Ο αργολικός κόλπος έμοιαζε μ’ ένα απέραντο γήπεδο που σου ερχόταν να τρέξεις σ’ όλα του τα μήκη και τα πλάτη, κι ας έφτανες μέχρι εκεί που θ’ άντεχες. Τα βουνά της Τρίπολης, απ’ την άλλη, δεν έδειχναν τελικά και τόσο μεγάλα. Κι όλο το Ναύπλιο επιτέλους ήταν υποταγμένο στα πόδια σου. Ό,τι αγάπησες, ό,τι σε πόνεσε, ό,τι σε απογοήτευσε τώρα είναι πολύ πιο κάτω από σένα. Εδώ πάνω είσαι ένα βήμα πιο κοντά στο Θεό. Κι εδώ πάνω εκπληρώνονται τέλεια τα λόγια του Δαυίδ στους Ψαλμούς, ότι «Και είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: κάθισε στα δεξιά μου μέχρι να κάνω τους εχθρούς σου υποπόδιο των ποδιών σου». Όταν είσαι στο Παλαμήδι, οι εχθροί σου είναι όντως υποπόδιο των ποδιών σου. Ένα άλμα και αγγίζεις τα σύννεφα, τόσο εύκολα. Και το να πετάξεις ψηλά είναι θέμα χρόνου. Ας ελπίσουμε ότι κάποια στιγμή η Φυσική θα το λύσει κι αυτό…

Η ξεναγός μας μιλούσε ακούραστα για την κάθε γωνιά του Κάστρου. Τον Προμαχώνα του Αγι’-Αντρέα, του Φωκίωνα, του Μιλτιάδη, του Αχιλλέα, του Επαμεινώνδα, του Λεωνίδα, του Θεμιστοκλή και του Ρομπέρ. Όλοι έμοιαζαν αγέρωχοι και ατσάλινοι. Πόσα έχουν αντέξει άραγε, πόσα έχουν δει. Πόσες προδοσίες, αδικίες, αλλά και γενναιότητες που συνέβησαν πάνω σ’ αυτά τα χώματα…

Σε λίγο, με κατεβάζει απ’ τα συννεφάκια που είχα ανέβει αυτός ο φίλος μου που ανέφερα παραπάνω, ο οποίος με προειδοποίησε ότι πρέπει να φυλαγόμαστε, γιατί σε λίγο θα μας πήγαιναν να δούμε τη φυλακή του Κολοκοτρώνη.

«Πώς κάνεις έτσι ρε φοβιτσιάρικο;», του είπα όλο έπαρση και γενναιότητα. «Ένα ψέμα μας είπε ο δάσκαλος για να κάτσουμε να διαβάσουμε όλοι μας», του απάντησα, κι ας το ήξερε η καρδούλα μου το πόσο φοβόμουν κι εγώ. Αλλά να το έδειχνα; Αδύνατον. Είχαμε κι ένα όνομα στο σχολείο.

Πραγματικά, ύστερα από λίγη ώρα μαζευτήκαμε όλοι εμπρός από τον Προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα για να μας δείξουν την ακριβοθώρητη φυλακή του Κολοκοτρώνη. Κι αντί να δούμε ένα δωμάτιο με κάγκελα παντού, είδαμε ένα μπουντρούμι με είσοδο που μπορούσες να την περάσεις μόνο μπουσουλώντας. «Παναγιά μου», σκέφτηκα, «πώς θα μπούμε εδώ μέσα;». Στο μεταξύ, μαζί με εμάς ήταν κι ένα μικρό γκρουπάκι τουριστών που περίμενε κι αυτό να μπει στη φυλακή του Κολοκοτρώνη.

Ο δάσκαλος μας είπε ότι όποιος ήθελε μπορούσε να μπει για λίγο και ύστερα θα έβγαινε για να μπει ο επόμενος. Δεν μπορούσαμε να μπούμε δυο-δυο. Σκέφτηκα να μην μπω γιατί ο χώρος μου φαινόταν πολύ στενάχωρα και ασφυκτικά. Αλλά και πάλι, ήθελα να αδράξω την ευκαιρία και να μπω γιατί δεν ήξερα πότε θα μου ξαναδινόταν η ευκαιρία. Ωστόσο, πάντα είχα τα μάτια μου τετρακόσια μη με κλείσει μέσα ο δάσκαλος που δεν ήξερα καλά την προπαίδεια του εφτά.

Αποφάσισα, λοιπόν, να μπω. Σταυροκοπήθηκα, αγκάλιασα το φίλο μου που μυξόκλαιγε γιατί νόμιζε ότι θα με κλείσει μέσα ο δάσκαλος, και ξεκίνησα το μπουσούλημα. Ο χώρος αυτός ήταν πραγματικά ο εφιάλτης του κλειστοφοβικού. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά της υγρασίας και το σκοτάδι που επικρατούσε μέσα σ’ αυτό το μέρος. Όταν έφτασα στη φυλακή, επιτέλους μπόρεσα λίγο να σηκώσω τη σπονδυλική μου στήλη. Αλλά ήταν όλα τόσο σκοτεινά, τόσο αμείλικτα. Εκεί μέσα δε χωρούσε καμιά δικαιολογία. «Μα γιατί έκλεισαν εδώ πέρα έναν τόσο γενναίο άνθρωπο όπως ο Κολοκοτρώνης;», σκέφτηκα. Και αμέσως, αφού πρώτα παρατήρησα εξονυχιστικά την κάθε γωνιά μέσα σ’ αυτό το μπουντρούμι, ποτισμένη με περίσσεια υπερηφάνεια, πήρα το δρόμο μπουσουλώντας για να βγω.

Βέβαια, η περηφάνια μου και η έπαρση πήγαν περίπατο όταν στην άλλη άκρη του «τούνελ» είδα έναν τουρίστα απ’ το γκρουπάκι που προανέφερα, να έρχεται προς τα μέσα κι αυτός μπουσουλώντας, πράγμα που σήμαινε ότι δε χωρούσαμε και οι δύο. Αμέσως ξέχασα τους καλούς μου τρόπους και άρχισα να ωρύομαι πανικοβλημένη: “Έξω, έξω, βγες έξω! Δε βλέπεις Χριστιανέ μου;». Ο τουρίστας είχε δεν είχε δει ότι έβγαινα, αλλά επίσης δεν ήξερε και ελληνικά για να καταλάβει τι του λέω. Επίσης, δεν ξέρω αν ήταν και Χριστιανός. Μόνο είχε κοκκαλώσει και με κοίταζε.

«Τι κοιτάς ρε; Δάσκαλε, βγάλ’ τον έξω να βγω, και αύριο θα ‘ρθω και θα πω πρώτη απ’ όλους την προπαίδεια του εφτά!», φώναζα κατατρομαγμένη και καταϊδρωμένη απ’ το φόβο μου.

Τελικά, η παρέμβαση του δάσκαλου αποδείχθηκε αχρείαστη, αφού ο τουρίστας βγήκε από μόνος του.

Όλοι έξω γελούσαν με το περιστατικό, ακόμα κι ο ίδιος ο δάσκαλος. Ωστόσο, η υπόσχεση είχε δοθεί.

Το μεσημέρι που πήγα σπίτι, έκατσα κι έμαθα σαν ποιηματάκι την προπαίδεια του εφτά.

Το επόμενο πρωί που πήγα στο σχολείο, η γκάφα μου δεν είχε ξεχαστεί φυσικά. Εγώ, όμως, ήμουν απτόητη. Είπα την προπαίδεια του εφτά με ύφος χιλίων καρδιναλίων και εισέπραξα ένα μεγάλο μπράβο. Στο διάλειμμα, ο δάσκαλος μου έκανε νόημα να πάω στην έδρα για να μου μιλήσει.

«Μπράβο Μαράκι, αλλά να σου πω κάτι;», μου είπε.
«Ναι δάσκαλε», του είπα.
«Εκείνο το μπουντρούμι δεν ήταν η πραγματική φυλακή του Κολοκοτρώνη. Έτσι λέει ο θρύλος. Η φυλακή του βρίσκεται στον Προμαχώνα του Μιλτιάδη. Τώρα μπορείς να βγεις διάλειμμα».

Αναψοκοκκινισμένη, αποσβολωμένη, προδομένη και άκρως νευριασμένη, βγήκα έξω κλείνοντας δυνατά την πόρτα της τάξης. Μα πώς την είχα πατήσει έτσι; Τόσος κόπος, τόσος πανικός, τόσος τρόμος και τελικά δεν ήταν αυτή η φυλακή του Κολοκοτρώνη! Τουλάχιστον, βγήκε και κάτι καλό. Έμαθα επιτέλους την προπαίδεια του εφτά. Κάτι ήταν κι αυτό…

Μαρία Δήμα

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top