ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η αθλήτρια που μίλησε για τους νεκρούς μας – Γράφει η Μαρία Δήμα

Την ίδια στιγμή που στην Ελλάδα ξαναγράφονται χρυσές σελίδες σε αθλητικό επίπεδο, την ίδια στιγμή που Έλληνες στο εξωτερικό τρέχουν, πετούν και κολυμπούν κάνοντας υπερήφανο ολόκληρο το ελληνικό έθνος, η κοινή γνώμη εστιάζει γι’ άλλη μια φορά σκόπιμα στις δηλώσεις ενός αθλητή

Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρέθηκε η Μαρία Μπελιμπασάκη.

Για όσους δεν έχουν παρακολουθήσει το θέμα, η Μαρία Μπελιμπασάκη είναι μια 27χρονη αθλήτρια του στίβου που στο φετινό ευρωπαϊκό πρωτάθλημα χάρισε απλόχερα στον εαυτό της και στη χώρα μας το ασημένιο μετάλλιο. Έγραψε κι εκείνη με χρυσά γράμματα το όνομά της στις σελίδες της ιστορίας του ελληνικού αθλητισμού. Κι όταν ήρθε η ώρα να μιλήσει μπροστά στις κάμερες που της ζητούσαν μία δήλωση, ντυμένη με την ελληνική σημαία εκείνη δεν κρύφτηκε.

Λαχάνιαζε, προσπαθούσε να συνέλθει από τον αγώνα, αλλά επέλεξε να δηλώσει -μεταξύ άλλων- και τα εξής: ««Θέλω να ευχηθώ σε όλο τον κόσμο να έχει υγεία, λυπάμαι πραγματικά για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, είναι απογοητευτική, πλημμυρίζουμε, καιγόμαστε, υπάρχει ανεργία υπάρχει πείνα, εύχομαι ο κόσμος να είναι πάντα καλά και μην τα παρατάτε, μην το αφήνετε!».

Εκτός από αθλήτρια του στίβου, η Μπελιμπασάκη είναι και Κρητικοπούλα. Δηλαδή γνωρίζει καλά τη γλώσσα της αλήθειας, της ειλικρίνειας και της ευθύτητας. Ντυμένη στα γαλανόλευκα, δε θα μας πει πόσο αγαπάει την οικογένεια και το σύντροφό της ή πόσο κόπιασε για να φτάσει ως εδώ. Επιλέγει να μας πει πιο ουσιώδη πράγματα και εμφανώς λιγότερο ρομαντικά. Μας μιλάει για τους νεκρούς μας.

Μας μιλάει για τις φωτιές που μας σκοτώνουν, για τις πλημμύρες που μας σκοτώνουν, για την ανεργία που μας σκοτώνει και για την φτώχεια που έχει φωλιάσει στα περισσότερα ελληνικά σπίτια. Στέλνει στους συμπατριώτες της την αγάπη της και τους καλεί να αντέξουν γιατί πιστεύει σ’ εκείνους, όπως κι αυτοί πίστεψαν σ’ εκείνη.

Κι όμως, κατακρίθηκε γι’ αυτό από μεγάλη μερίδα κόσμου. Το γιατί προκύπτει πολύ εύκολα. Γιατί προτιμάμε τη χαζομάρα από τη σοβαρότητα. Αν η Μαρία είχε βγει στην κάμερα τρολάροντας και λέγοντας ένα σωρό ευφυολογήματα, θα γινόταν πολύ συμπαθής και αρεστή σε αυτούς που την κατέκριναν. Ή αν αναρτούσε στα κοινωνικά δίκτυα κάτι πιασάρικο με μοναδικό στόχο την εκπλήρωση μιας φτηνής ματαιοδοξίας, αυτό σίγουρα θα της εξασφάλιζε περισσότερους «φίλους».

Αλλά όχι αυτούς που της αξίζουν.

Ενώ, επιλέγοντας να παρουσιάσει την κατάσταση στη χώρα της με έναν ακραία ρεαλιστικό τρόπο -νατουραλιστικό-, ενοχλεί. Ενοχλεί πολύ γιατί μιλάει λίγο και λέει πολλά, χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης και διάψευσης. Ή αλλιώς, μιλάει με γεγονότα. Κάτι που η πλειοψηφία δεν έχει συνηθίσει και δε διατίθεται να εντάξει στη νοοτροπία της. Γίνεται αντικείμενο συζήτησης γιατί μιλάει χωρίς να κρύβεται πίσω από κόμματα ή παρατάξεις, και την πολεμούν όλα τα κόμματα και όλες οι παρατάξεις.

Και το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο και απλό: πόσοι από εμάς θα μπορούσαν να πουν τα ίδια πράγματα από την ίδια θέση, χωρίς να έχουν ένα οποιοδήποτε στήριγμα από πίσω τους; Πόσοι θα «φώναζαν» αν δεν είχαν από πίσω τους ένα κόμμα, ένα δόγμα, μια ματαιοδοξία που καίγονται να ικανοποιήσουν; Πόσοι θα έβγαιναν με την ίδια εγκαρδιότητα στο φακό της κάμερας και, γνωρίζοντας ότι δε φταίνε σε κάτι, θα προσέφεραν απλά την αγάπη τους σ’ έναν λαό που περνάει τα πάνδεινα;

Πολύ λίγοι, γιατί οι πολλοί θα είχαν επιδοθεί στο να κουνάνε το δάχτυλο μοιράζοντας ευθύνες σε όλους εκτός απ’ το συνάφι τους. Όπως κι έχουν ήδη κάνει.

Η δήλωση της αθλήτριάς μας είναι συγκινητική -και ως τέτοια θα καταγραφεί στην ιστορία- γιατί περικλείει στις λιγοστές λέξεις της όλη την αγάπη, τη συμπαράσταση, την τρυφερότητα και τη ζεστασιά που θα μπορούσε να εκφράσει μετά από ένα εξουθενωτικό σπριντ. Γιατί απέδειξε σε όλους μας ότι μπορεί να τρέχει πολύ γρήγορα, αλλά όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει δεν το βάζει στα πόδια.

Στέκεται μπροστά στην κάμερα και μιλάει για όλα εκείνα που πολλοί θα ήθελαν να αποκρύψουν.

Αυτό είναι που κάνει διάφορους και διάφορες να την κατακρίνουν ή να τη σνομπάρουν επιδεικτικά.

Το τρολ και η γελοιότητα, βλέπετε, -ριζωμένες πρακτικές στη δίκλωνη έλικα του DNA του Νεοέλληνα- πουλάνε περισσότερο και δε λένε κατευθείαν αυτό που πραγματικά θέλουν να πουν. Μπορεί να φαίνονται κυνικά, αλλά δε μιλάνε στην καρδιά. Ελίσσονται και κινούνται πολύ βολικά μέσα στο πλαίσιο της ρουτίνας και της μιζέριας. Αναπαράγουν το πρόβλημα και δεν έχουν καμία απολύτως διάθεση να το επιλύσουν. Σου δίνουν φωνή μονάχα για να ουρλιάζεις, όχι για να τραγουδάς. Κι αν δεν είναι υποκινούμενα «εκ του πονηρού» με σκοπό να εκπληρώσουν άλλες επιδιώξεις, τότε σίγουρα αποτελούν τη βλαμμένη (εκ του «βλάπτω») νοοτροπία μας ότι θα λύσουμε τα μεγάλα μας προβλήματα με το καλαμπουράκι και τα καλιαρντά.

Πού και πού, όμως, αξίζει να ακούμε και έναν καλό λόγο απ’ το στόμα ενός ανθρώπου που μόλις κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό του και να ανεβάσει τη χώρα μας λίγο πιο ψηλά. Όχι γιατί θ’ αλλάξει κάτι το ιδιαίτερο, αλλά γιατί συνηθίσαμε να ακούμε τα λόγια εκείνων που δεν έχουν καταφέρει τίποτα το ουσιώδες και μας υποδεικνύουν το πώς θα φερθούμε, πώς θα μιλήσουμε, πώς θα κινηθούμε. Συνηθίσαμε να παίρνουμε λίγη απ’ τη φτήνια τους, και βάλαμε τον πεσιμισμό τους εκεί που θα ‘πρεπε να θριαμβεύει η αγάπη μας και η γενναιότητά μας.

Προσπαθούν να μας ξεδιψάσουν με την απαισιοδοξία και την κοροϊδία τους. Ας ξεδιψάσουμε μονάχα με την αγάπη μας.

Mαρία Δήμα

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top