ΙΣΤΟΡΙΕΣ

11 Σεπτεμβρίου 1938: Η πρώτη παράσταση στην Επίδαυρο μετά από 2000 χρόνια

Το 1938 ξεκίνησαν οι παραστάσεις της σύγχρονης εποχής στην Επίδαυρο

Το 1938 ξεκίνησαν οι παραστάσεις της σύγχρονης εποχής στην Επίδαυρο, μετά την αρχαιότητα. Η πρώτη παράσταση ήταν η Ηλέκτρα του Σοφοκλή από τον σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη, με πρωταγωνίστριες την Κατίνα Παξινού και την Ελένη Παπαδάκη

Το “ωραιότερο θέατρο του κόσμου” δεν είχε πολλές παροχές – δεν υπήρχα σκηνικά και φωτισμός με το φυσικό φως του απογεύματος να είναι το μοναδικό τους βοήθημα.

Και όμως η παράσταση έμεινε στην ιστορία.

ΕΝΑ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΣΤΙΣ 11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1938, ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ. ΑΠΟ ΔΕΞΙΑ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΛΑΝΟ: ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΚΑΣ. ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΛΑΝΟ: ΗΛΙΑΣ ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΡΩΜΑΣ, ΤΑΚΗΣ ΜΟΝΖΕΝΙΔΗΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ, ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΝΩΤΗΣ.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΛΚΟΥΣΗΣ

«ΕΛΛΑΔΑ 20ος ΑΙΩΝΑΣ»

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΑΘΗΝΑ

Οί εκατόν καί πλέον χιλιάδες θεαταί που ξεκινούν κάθε χρόνο για τά Έπιδαύρια καί συνδυάζουν τήν καλλιτεχνική άπόλαυσι, στή μοναδική αυτή γωνιά της γης, μέ τήν άνετη διαδρομή στους άσφαλτοστρωμένους δρόμους, τήν ευχάριστη διαμονή στά πολυτελή ξενοδοχεία καί, άφού παρκάρουν στό γκαζόν μέ ορόσημα τις πικροδάφνες, σταματήσουν στό τουριστικό περίπτερο, ταχυδρομήσουν άναμνηστικές κάρτες ή τηλεφωνήσουν στην ‘Αθήνα, γιά νά ανηφορίσουν μέσα άπό τίς καταπράσινες ανθισμένες προσβάσεις στό αναστηλωμένο θέατρο τού Πολυκλείτου, θα έπρεπε νά στρέψουν τή σκέψι τους, σά σέ προσκύνημα, σέ κείνη τήν Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου τού 1938, τότε πού στις 5.15’ τό απόγευμα ξανακούσθηκε γιά πρώτη φορά, ύστερα άπό δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ό τραγικός λόγος. «”Ω τού στρατηγήσαντος έν Τροία ποτέ ‘Αγαμέμνονος παί…». Καί οί σημερινοί ηθοποιοί, θά πρέπει νά στήσουν αναμνηστική στήλη σ’ αυτούς πού πριν 33 χρόνια πηγαινοέρχονταν καθημερινά μέσα στους σκονισμένους χωματόδρομους τά τριάντα χιλιόμετρα Ναύπλιο — θέατρο, γιά νά ετοιμάσουν τήν πρώτη εκείνη παράστασι τής «Ηλέκτρας» τού Σοφοκλή καί νά ρίξουν τόν πρώτο γόνιμο σπόρο μίας θεατρικής αναγεννήσεως, πού φέρνει κάθε χρόνο τή χώρα μας στην πρώτη γραμμή τοΰ παγκοσμίου ενδιαφέροντος. Σκεφθήτε όλον τό κόσμο μιας παραστάσεως Τραγωδίας νά άνεβοκατεβαίνη έπί ήμερες γιά τίς δοκιμές μέσα στό λιοπύρι καί τήν σκόνη, μέ τά πρό τριακονταετίας — καί πλέον — μέσα συγκοινωνίας, στους στενούς όλο λακκούβες χωματόδρομους! Σκεφθήτε τους ηθοποιούς καί τίς κοπέλλες τού χορού νά κάνουν αυτό τό καθημερινό πήγανε-έλα, γιά πρόβες καί γιά τίς παραστάσεις. Πιθανόν νά ξεκινούσαν καί ντυμένοι μέ τίς χλαμίδες καί τους κοθόρνους άπό τά ξενοδοχεία τους τού Ναυπλίου, έφ’ όσον τό έργον παίχθηκε δίχως σκηνικά καί δίχως παρασκήνια, σ’ ένα χώρο, πού έπί αιώνες ήταν ένα πυκνό δάσος, πού έπί είκοσι αιώνες είχε πάψει νά έκπληρεί τόν αρχικό του προορισμό καί πού τό απόγευμα εκείνο, γιά πρώτη φορά, ό λόγος τών αρχαίων τραγικών γινόταν πάλι δραματική μορφή στά στόμα τών «υποκριτών» πού συνέχιζαν τήν παράδοσι, γεφυρώνοντας ενα χάσμα δύο χιλιάδων χρόνων! Πριν ενα σχεδόν αιώνα, στά 1881, ο σοφός αρχαιολόγος, ό Παναγής Καββαδίας αλάθητα τό είχε εντοπίσει έκεί ακριβώς που ήταν καταχωνιασμένο, κάτω απο πυκνό δασώδη λόφο. Ή αρχαιολογική σκαπάνη τό είχε αποκαλύψει, άλλα γιά τήν ώρα ήταν ένας νεκρός αρχαιολογικός χώρος. Οί εφημερίδες τής εποχής μας πληροφορούν ότι χρειάσθηκαν δεκαέξ μήνες γιά νά έτοιμασθή εκείνη ή πρώτη Έπιδαύριος έξόρμησις μέ τήν παράστασι τής «’Ηλέκτρας» καί νά όργανωθή τό πρώτο προσκύνημα στον ‘Ιερό θεατρικό χώρο, σέ συνεργασία μέ τήν «Περιηγητική». Πώς θά μπορούσαν νά πεισθούν οί ‘Αθηναίοι νά διανύσουν τετρακόσια χιλιόμετρα —σέ δύσβατους δρόμους— γιά νά ιδούν μιά παράστασι πού τήν είχαν ίδή στην ‘Αθήνα! Τό προηγούμενο τών Δελφικών εορτών είχε τή γοητεία τού πρωτοείδωτου, τήν διεθνή προβολή τού εγχειρήματος άπό τήν Εύα καί τόν ΄Αγγελο Σικελιανό καί, στό κάτω – κάτω, τό πλεονέκτημα τής θαλάσσιας εκδρομής μέσω ‘Ιτέας. ‘Εδώ, ούτε σκέψι νά χρησιμοποιηθή τό λιμάνι τής Παλαιάς ‘Επιδαύρου. Πώς νά ήταν άραγε στό 1938 ό δρόμος τών 15 χιλιομέτρων πού χωρίζει τό ειδυλλιακό λιμανάκι άπό τό ‘Ιερόν τού ‘Ασκληπιού; Ένα πολύτιμο ντοκουμέντο τής εκδρομικής εκείνης περιπέτειας είναι τό τρίπτυχο έντυπο τής «Περιηγητικής», πού άπό τότε χρονολογείται ή συνεργασία της μέ τό ‘Εθνικό, γιά τήν ώργανωμένη μετακίνησι τών θεατών προς τήν ‘Επίδαυρο. ‘Από τό έντυπο αυτό πληροφορούμεθα έκτος τών άλλων —ότι μια τέτοια εκδρομή— μετά καλλιτεχνικής άπολαύσεως ήταν προνόμιο τών όλίγων καί τών εύπορων. Μόνον τά εισιτήρια τού θεάτρου κόστιζαν 100 δραχμές καί 75 τά φθηνά. (Όταν ανατρέξουμε στον τιμάριθμο τών ετών ’37-’38 θά αντιληφθούμε πόσο ακριβό ήταν καί τό εισιτήριο τού θεάτρου καί τό κόστος τής διαδρομής). Οί εκδρομές αυτές ήταν τεσσάρων ειδών ή μέ λεωφορεία ή μέ ώτομοτρίς. Οί δυό πρώτες οι ημέρες, Σάββατο-Κυριακή ή Κυριακή-Δευτέρα μέ διανυκτέρευσι στό… Λουτράκι. Κόστιζαν μαζί μέ τό εισιτήριο τοΰ θεάτρου 400 δραχμές. Οί άλλες δυό, ημερήσιες, μέ λεωφορεία ή ώτομοτρίς, μέσω Ναυπλίου, 330 δρχ. οί πρώτες και 390 δρχ. οί δεύτερες. Και η ύποσημείωσις: «ΤΡΟΦΗ. Όσοι επιθυμούν νά εξασφαλίσουν φαγητόν είς τό Ναύπλιον δύνανται νά αγοράσουν δελτία προγεύματος ή δείπνου διά τήν Κυριακήν 11/ 9 είς τά γραφεία της λέσχης. Ή τιμή ώρίσθη προς δρχ. 75 διά τά ξενοδοχεία «Μεγάλης Βρεταννίας» και «Νέον» καί δρχ. 55 διά τό καλόν εστιατόριον τού Ναυπλίου»!! Στην τελευταία σελίδα, τό τρίπτυχο υποδεικνύει διάφορα συγκοινωνιακά μέσα ώς τό Ναύπλιο, χωρίς όμως νά έξασφαλίζη και τις διαδρομές Ναύπλιο — θέατρο. ‘Ανάμεσα σ’ αυτά καί τά α) π «Μοσχάνθη» τό θυμάστε; Καί οί τιμές τών εισιτηρίων: 150 δραχμές (τοΰ 1938) ή πρώτη θέσις καί 75 ή τρίτη! ‘Εκτός άπό τους στίχους τού Σοφοκλή, έξοχα μεταφρασμένους άπό τόν Ι. Γρυπάρη, ή σκηνοθεσία ήταν τού Δημ. Ροντήρη, οί ενδυμασίες τού ‘Αντώνη Φωκά καί ή εκγύμναση τού χοροΰ της Λουκίας Σακελλαρίου. Ηλέκτρα — Κατίνα Παξινού, Χρυσόθεμη — Βάσω Μανωλίδου, ‘Ορέστης — Θάνος Κωτσόπουλος, Πιλάδης — Μάνος Κατράκης. Κορυφαίες: Νέλλη Μαρσέλλου, Σ. Βεάκη, Ελένη Ζαφειρίου, Μαρία ‘Αλκαίου, Τιτίκα Νικηφοράκη. Καί άπό τους απόντες: Ή ‘Ελένη Παπαδάκη —Κλυταιμνήστρα, ό Γιώργος Γληνός — Αίγισθος, ό Νίκος Ροζάν — Παιδαγωγός καί ή ‘Αθανασία Μουστάκα — Α’ κορυφαία. Καί ένας άλλος απών, ό Μιλτιάδης Λιδωρίκης, προσωπάρχης, τότε, τού Έθνικού θεάτρου, που προλόγισε τήν ιστορική παράστασι μέ μία σύντομη είσήγησι.

Η παράστασι δόθηκε δίχως σκηνικά, μέ τήν υποβλητική σκηνογραφία τού τοπίου, οπού οί τραγικοί ήρωες προβάλλονταν ανάγλυφοι, χωρίς φωτιστικά έφφέ (δέν υπήρχε έκεί ηλεκτροφωτισμός) μέ μόνον τις γκριζορόδινες ανταύγειες τής φθινοπωρινής «εξαίσιας ώρας» όταν σιγά – σιγά οί όγκοι γίνονται σκιές καί οί μορφές φευγαλέα σύμβολα. Καί χωρίς μουσική. Μόνον ένα τύμπανο γιά τις ρυθμικές εναλλαγές τών κινήσεων τοΰ χορού πού τό χτυπούσε ό αρχιμουσικός Γιώργος Λυκούζης (άλλος απών) κρυμμένος πίσω άπό τά σκίνα. Και όπως συμβαίνη σέ όλες τις παραστάσεις τής ‘Επιδαύρου, τά τζιτζίκια έστελναν όλόθερμο τόν φλύαρο αντίλαλο τους στό κελάδημα τών ηθοποιών καί ό γκιώνης σέ λίγο τό θρηνητικό νυχτιάτικο άντιφώνημά του.

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top