ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

Η επανάσταση του 1821 τυπωμένη σε μπλουζάκια

Στο κατάστημα Τhe Cottons, History Reprints Itself, Βελλίνη 3, Παλιό Ναύπλιο

Διάβαζα σ’ ένα παλιό βιβλίο για το ξεπάστρεμα των αφορεσμένων από το Πατριαρχείο κλεφτών του καπετάν – Θοδωράκη, στο Μωριά του 1805 – και ανατρίχιασα καθώς συνειδητοποίησα πως τις είχα ξαναδεί αυτές τις εικόνες, στο βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη, και σε άλλα, για τον Εμφύλιο, όταν περιγράφονται οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού εναντίον των ανταρτών του ΔΣΕ, στα 1948!

Ίδιες, ολόιδιες, οι περιγραφές!

Όταν σκοτώθηκε (με προδοσία) ο πρωτοκαπετάνιος των κλεφτών Ζαχαριάς, ο καπετάν – Θοδωράκης προσπάθησε να πείσει τους συντρόφους του πως ο αγώνας τελείωσε, πως τους περιμένει βέβαιο τέλος – και πρέπει να φύγουν από το Μωριά, για να σωθούν. Εκείνοι όμως δεν τον άκουσαν.

(Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από κείμενο του Σπύρου Μελά)

Είχε το σώμα εκατόν είκοσι άντρες. Πήραν το δρόμο για την Τσακωνιά. Περνώντας τα Βέρβαινα, γύρεψαν από τους προεστούς ψωμί.
– Μονάχα μπαρούτι και βόλια έχομε για σας, τους αποκρίθηκαν σκληρά.

Μπήκαν τότε στο χωριό: Μαχαίρι, τσεκούρι και φωτιά.

Ούτε να φάνε δεν τους άφηναν. Άρπαζαν το ψωμί, τότρωγαν στο πόδι. Ντουφέκι όλη την ημέρα. Και το βράδυ πορεία. Είχανε μείνει εκατό. Απόκαμαν σαράντα, ξέκοψαν, σκορπίσαν, απόμειναν εξήντα, οι πιο γεροί.

Τράβηξαν τα μπουλούκια, το καθένα για λογαριασμό του, για τη μαρτυρική ζωή του πολέμου, της πείνας, της αγρύπνιας και της νυχτοπορείας. Είχαν αρχίσει να σουρώνουν, τα ήπατα τους κόπηκαν.

Απόμειναν πίσω να γλιτώσουν. Τους βρήκαν, τους σκότωσαν. Οι δεκαεφτά δεν ήξεραν πια τι τόπους περπατούσαν. Κανένας δεν τους έδινε μαντάτα για τους Τούρκους. Λημέριαζαν ανάμεσα στις παγάνες.

Περνάνε στο Ανεμοδούρι: Μονάχα οι γυναίκες στο χωριό’ οι άντρες στα διάσελα, φυλάνε με τους Τούρκους. Τα σκυλιά γαυγίζουν. Οι Τούρκοι φτάνουν. Ο κίντυνος μεγάλος.
– Εδώ, γυναίκες και παιδιά, κοντά μου, βροντάει αγριεμένος ο Κολοκοτρώνης: Θα σας αφήσω μονάχα όταν βρούμε ανοιχτό δρόμο.

Κλάμα πνιγμένο, κακό. Παίρνει τα γυναικόπαιδα ομήρους.

Τα μαλλιά, τα γένια τους άκουρα, δάση ολάκερα, τα ρούχα τους λερά, ολόμαυρα, τα μούτρα τους σα θειαφοκέρια σβησμένα, μοιάζουν βρικολάκους που βγήκαν απ’ τα μνημούρια. Φτάνουν σε μια στάνη.
– Για το Θεό! τους λέει ο ψυχογιός: Μακριά! Είναι γεμάτη Τούρκους!

Ο Γιάννης Κολοκοτρώνης, ο φοβερός Ζορμπάς, δε βρήκε το φίλο του στο χωριό, πήγε στους Αιμυαλούς, στο μοναστήρι, ένας καλόγερος τούδωσε φαΐ και ύστερα τον πρόδωσε.

Ο Κολοκοτρώνης απόμεινε με τέσσερους.

Ο Γιωργάκης όμως είχε φέρει από τους Τούρκους και μια προσταγή (…) Αν σκοτώσουν τον Κολοκοτρώνη να μην πληρώνουν φόρους χρόνια’ αν δεν τον σκοτώσουν όμως, θα τους περάσουν όλους από το σπαθί, από εφτά χρονών και πάνω. Ο Κολοκοτρώνης, για να μην τους βάλει σε πειρασμό και κίντυνα μεγάλα, έφυγε στη στιγμή.

Ήταν τσακισμένοι, ξεθεωμένοι. Σφάξανε, ψήσανε αρνί. Απάνω στις πρώτες μπουκιές, να οι Τούρκοι.

Προδομένοι και πάλι. Μάζεψαν το κρέας και δρόμο.

Γενάρης μήνας. Το κρύο φοβερό τις νύχτες. Και δε μπορούν ν’ ανάψουν φωτιά. Συμμαζεύονται μούτρο με μούτρο, να ζεσταίνουνται με τα χνώτα τους.

Ο Κολοκοτρώνης είχε μονάχα δυο Ρουμελιώτες. Πήγαν στου Δουράκη. Ο συμπέθερος τους δέχτηκε πολύ πρόθυμα. Τους έκρυψε στον πύργο του.

Ο συμπέθερος, άμα είδε τα γρόσια, τα μάτια του κάνανε πουλιά.: «Οι Μανιάτες – λέει ο Κολοκοτρώνης- τα λησμονούν όλα για τα γρόσια»

Και τους πρόδωσε κι αυτός…

«Στο Μαίναλο πέφτει βροχή
και στον Ταΰγετο το χιόνι
Θοδωρή Κολοκοτρώνη»

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top