ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η ιστορία των Φάρων – Γράφει η Μαρία Βασιλείου

Η συνύπαρξη ανθρώπου και θάλασσας, εδώ και πολλές χιλιετίες, είναι σχέση ζωής

Στους θαλάσσιους δρόμους συναντήθηκαν η ναυτοσύνη με τον άνθρωπο, οι τέχνες με το εμπόριο, οι πολιτισμοί των λαών και εκεί δημιουργήθηκαν πάμπολλα συναισθήματα: Χαρές- λύπες, ανησυχίες- φόβοι, ελπίδες, νοσταλγία- υπομονή, αγωνία, θάρρος και άλλα.

Για την λέξη φάρος,υπάρχουν πολλές ερμηνείες. Kάποιοι της αποδίδουν ομηρική προέλευση, αλλά με σημασία ολότελα διαφορετική από την σημερινή.

Φάρος στον Όμηρο δηλώνει ένα κομμάτι πανιού,που χρησιμοποιείται ως χιτώνας ή και κάλυμμα κεφαλής. Άλλοι αναζητούν τη ρίζα της στην αιγυπτιακή λέξη «φαρέζ”», που διασώζεται στην Παλαιά Διαθήκη –στους «Aριθμούς»– και την οποία οι Eβδομήκοντα, λόγιοι Ιουδαίοι της Αλεξάνδρειας, στην Μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από την εβραϊκή στην ελληνιστική κοινή γλώσσα μετέφρασαν ως «σκοπιά».

Ο μεγάλος αρχικέκτονας όμως των ελληνιστικών χρόνων Σώστρατος, καθόρισε και την σημασία της λέξης υψώνοντας έναν πολυόροφο πυρσοφόρο πύργο στο μικρό αιγυπτιακό νησί Φάρος, απέναντι από την ακτή της Αλεξάνδρειας.

Ο φάρος του Σώστρατου του Kνίδιου, είναι ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας,. Kτισμένος στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Πτολεμαίου του B΄ του Φιλάδελφου, ξεπερνούσε σε ύψος τα 150 μέτρα και είχε μια φωτοβολία 300 σταδίων, δηλαδή περίπου 200 χλμ.- αν οι μαρτυρίες δεν είναι υπερβολικές- ενώ χρειάστηκαν 12 χρόνια για να ολοκληρωθεί η κατασκευή του. Κατά την διάρκεια της ημέρας, «αναδυόταν» πυκνός καπνός από την κορυφή του πύργο,υ ο οποίος βοηθούσε τα πλοία να χαράξουν πορεία προς το λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Όταν ολοκληρώθηκε το 270 π.Χ., ο Φάρος της Αλεξάνδρειας ήταν το δεύτερο ψηλότερο ανθρώπινο οικοδόμημα του κόσμου, πίσω μόνο από την περίβλεπτη Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας! Δυστυχώς, μετά από τους τρεις σεισμούς που έλαβαν χώρα το 796 π.Χ., το 1303 μ.Χ. και το 1323 μ.Χ, καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Από τα ερείπια του φάρου αναγέρθηκε στη θέση του το φρούριο Tabiyat Qayt-bay ή Bourdj- az-Zafar.

Aπό τότε η λέξη φάρος περιπλανιέται μέσω εκατομμυρίων στομάτων σε όλες τις ακτές της Mεσογείου, εκτοπίζοντας κάθε άλλη και την ελληνική πυρσός ή πύργος και την λατινική turris, για να σημάνει αυτό που και σήμερα εννοούμε.

Οι πρώτες αναφορές κατασκευής και λειτουργίας πυρσών στην ελληνική αρχαιότητα, ανήκουν στα Ομηρικά έπη, όπου αναφέρεται ότι σε κορυφές πύργων, λόφων ή τοπικών γήινων εξάρσεων, άναβαν εύφλεκτες ύλες προς διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας, δηλαδή δημιουργούσαν «πρωτογενείς» φάρους.

Οι αρχαιότεροι αναφερόμενοι φάροι, ως πύργοι, με προορισμό να γίνονται ορατοί την ημέρα χάρις στο ύψος τους και τη νύχτα με τη φωτιά που άναβε στην κορυφή τους, είναι ελληνικοί: στο Σίγειο της Tρωάδας, στην σημερινή Γενή Σεχίρ, στον Mήρμυκα, έναν ύφαλο ανάμεσα στη Σκιάθο και τη Mαγνησία, στον Πειραιά, κοντά στη απόληξη των τειχών του Θεμιστοκλή και πάνω στους λιμενοβραχίονες που αυτός είχε φτιάξει, στον Bόσπορο, στην Kόρινθο, στη Σμύρνη.

Oι Pωμαίοι και οι Bυζαντινοί συνέχισαν αυτήν την παράδοση, ως διάδοχοι θαλασσοκράτορες. O φάρος της Kωνσταντινούπολης έδωσε μάλιστα το όνομά του και στην παρακείμενη εκκλησία, την Παναγία του Φάρου, κτισμένη στα χρόνια του Kωνσταντίνου του E΄. ΄Eνας άλλος φάρος στο Πανί, στην ακτή της Προποντίδας αποκαλύπτει μια δεύτερη χρήση αυτών των πύργων, ως φρυκτωριών ή «καμινοβίγλια», ένα δίκτυο επικοινωνίας μέσω της φωτιάς που ξεκινούσε από τα νησιά και κατέληγε ακριβώς στον φάρο του Πανιού, στην Προποντίδα.Kατάφεραν μάλιστα πρώτοι να κλείσουν τη φωτιά εντός «λυχνίας», «υαλοφράκτου κλωβού», πράγμα που έγινε κατορθωτό αρκετούς αιώνες μετά, από τους εφευρέτες της Bιομηχανικής Eπανάστασης.

Θεωρείται ότι μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οι υπάρχοντες φάροι λειτουργούσαν όπως στην αρχαιότητα, δηλαδή με καύση ξύλου, άνθρακα ή φυτικών ελαίων και χρήση ρητινωδών ουσιών.

Στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, λειτουργούσαν με κοινό λάδι και πετρέλαιο. Ήταν με λίγα λόγια, λάμπες με φυτίλι που έβαζαν στη κορυφή των οχυρωματικών πύργων στα λιμάνια, με σκοπό να δείχνουν την είσοδο τους.

Στους πυρσούς πετρελαίου υπήρχαν στο κέντρο φυτίλια τα οποία είχαν γύρω-γύρω «κύλα μεταλλικά κάτοπτρα» για την εκπομπή με ανάκλαση, ενός σταθερού φωτός. Το πετρέλαιο όμως δημιουργούσε προβλήματα, κάπνα, και όλοι οι θαλασσινοί λαοί έψαχναν συνεχώς να βρουν τρόπους βελτίωσης των πυρσών, και πάσχιζαν να φτιάξουν συσκευές που θα παρήγαγαν «φως» για μεγάλα χρονικά διαστήματα, χωρίς συχνό ανεφοδιασμό και χωρίς τη συνεχή παρουσία ανθρώπου σε αυτά. Μεγάλο άλμα στην εξέλιξη των φωτιστικών μηχανημάτων έδωσε το 1822 ένας Γάλλος φυσικός (ο Αυγουστίνος Φρεσνέλ), που επινόησε ένα σύστημα με δυο τύπους φακών, οι οποίοι συγκέντρωναν και ευθυγράμμιζαν το φως και στη συνέχεια το ενίσχυαν με αποτέλεσμα οι φάροι να έχουν εμβέλεια πάνω από 20νμ. Οι φάροι όμως αυτοί, απλά εξέπεμπαν ένα σταθερό φως, χωρίς κάποιο χαρακτηριστικό, με υπαρκτό τον κίνδυνο να μπερδευτεί με κάποια άλλη πηγή φωτός στη περιοχή, και να προκληθεί ατύχημα.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1825, ένας άλλος Γάλλος μηχανουργός (ο Χένρυ Λεπάτ) κατασκεύασε και παρουσίασε ένα ωρολογιακό μηχανισμό που περιέστρεφε τα οπτικά κάτοπτρα με τη βοήθεια ενός αντίβαρου). Από τότε είχαμε πλέον μια περιστρεφόμενη δέσμη φωτός που δημιουργούσε και απέδιδε ένα συγκεκριμένο “χαρακτηριστικό” στο φάρο .

Πολύ αργότερα, το 1910, ένας Σουηδός μηχανικός (ο Γουστάβος Νταλέν), κατασκεύασε ένα μηχανισμό καύσης αερίου ασετιλίνης που εκμεταλλευόταν την πίεση του αερίου στην φιάλη, και απελευθέρωνε ανά τακτά χρονικά διαστήματα μια ποσότητα αερίου, που στη συνέχεια αναφλέγονταν, και δημιουργούσε έτσι τις επαναλαμβανόμενες εκλάμψεις.

Αυτοί οι αυτόματοι πλέον πυρσοί ασετιλίνης, με φωτοβολία μέχρι και 15 ν.μ. ήταν πολύ αξιόπιστοι και είχαν αυτονομία καύσιμης ύλης 13 μηνών. Δεν απαιτούσαν ούτε κτιριακή εγκατάσταση, ούτε τη συνεχή παρουσία των φαροφυλάκων. Περιόριζαν συνεπώς κατά πολύ τις δαπάνες εγκατάστασης και λειτουργίας των φάρων και γι’ αυτό ο εφευρέτης πήρε το 1913, το βραβείο Nobel.

Η απόκτηση ενός πραγματικού και οργανωμένου φαρικού δικτύου που να καλύπτει τα 15.000 χλμ. ελληνικών ακτών, είναι υπόθεση των νεωτέρων χρόνων.

Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ανάβει τον πρώτο φανό λιμένα το 1829 , στην Aίγινα, με εντολή του Kαποδίστρια κατασκευασμένο από πέτρες του νησιού. Ο φανός αυτός είναι ο πρώτος καταγραμμένος στους διεθνείς καταλόγους της εποχής, Ελληνικός φάρος. Μέχρι το 1831 ο φάρος αυτός ήταν ο μοναδικός πυρσός στο ελληνικό κράτος. Αργότερα ο φάρος αυτός, για την εκτέλεση νέων έργων κατεδαφίστηκε και δεν υπάρχει πλέον.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο φανός αυτός αντικατέστησε «λαδοφάναρο» που είχαν κατασκευάσει Ψαριανοί που ζούσαν στην Αίγινα με δικά τους έξοδα. Στην Αίγινα του 1824, υπήρχε μια ανθούσα Ψαριανή κοινότητα, με μεγάλη οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Τα περισσότερα μέλη της κοινότητας αυτής, ασχολούνταν με τη ναυτιλία, τη σπογγαλιεία και γενικά με το εμπόριο.

Από τη καταστροφή των Ψαρών τον Ιούνιο του 1824 σώθηκαν περίπου 3.600 άτομα μερικοί από αυτούς αποφάσισαν το χειμώνα να έλθουν στην Αίγινα που ήταν πιο ασφαλής περιοχή και είχαν αρκετούς συντοπίτες τους εκεί. Ένα απόγευμα με πολύ κακό καιρό, με μεγάλη τρικυμία και με μικρή ορατότητα, το σκάφος με τους Ψαριανούς πρόσφυγες στη προσπάθεια του να μπει στο λιμάνι της Αίγινας, δεν κατάφερε να αναγνωρίσει το σημείο εισόδου, και προσέκρουσε στα βράχια με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένας, να τραυματιστούν οι υπόλοιποι και το σκάφος τους να καταστραφεί τελείως.

Με αφορμή το περιστατικό αυτό μερικοί Ψαριανοί πλοίαρχοι, που ήταν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος, αποφάσισαν να μπει εκεί ένα φανάρι για να δείχνει την άκρη της μπούκας του λιμανιού. Μάζεψαν λοιπόν χρήματα και τα έδωσαν στον εφημέριο του παραπλεύρως ευρισκόμενου ναού, του Αγίου Νικολάου του θαλασσινού, για να αγοράσει και να τοποθετήσει ένα «λαδοφάναρο» στον τρούλο της εκκλησίας. Ο ιερέας, μάρτυρας και αυτός του συμβάντος, συμφώνησε με την ιδέα και έπραξε τα αποφασισθέντα. Τα πάγια έξοδα λειτουργίας του φανού, δηλαδή τα χρήματα για τα φυτίλια και το λάδι, ανέλαβαν να καλύπτουν οι Ψαριανοί πλοίαρχοι που ζούσαν τότε στην Αίγινα.

Μετά τον πρώτο φανό λιμένα αναπτύσσεται στον ελλαδικό χώρο ένα δίκτυο φάρων και φανών που ξεπερνούν τους 900. Aπ’ αυτούς οι περισσότεροι είναι σήμερα αυτόματοι και δεν ανάβουν φυσικά πάνω στα καλαίσθητα και γοητευτικά λιθόκτιστα κτήρια.

Φαροφύλακες με τις χαρακτηριστικές στολές και πλατύγυρα καπέλα μπροστά στο Φάρο Zούρβα Yδρας. T0 1883 είναι η πρώτη χρονιά λειτουργίας του Φάρου (Συλλογή Γ. Παπαγεωργίου). KAΘHMEPINH – KYPIAKH 13 AYΓOYΣTOY 1995

Από το 1915 και μετά, η Eλλάδα χαρακτηρίστηκε σαν «ένας μεγάλος πολυέλαιος» από τον θεμελιωτή του Φαρικού Δικτύου Σ. M. Λυκούδη, όπως χαριτολογώντας του άρεσε να λέει.

Aυτοί οι φάροι ήταν κτίρια πετρόκτιστα που λειτουργούσαν ως επανδρωμένα αυτόνομα εργαλεία. Δηλαδή, στέγαζαν τους φαροφύλακες, που κατοικούσαν εκεί έχοντας ως ζωτικό τους χώρο τον φάρο, καθώς επίσης και τη φροντίδα της σωστής και συνεχούς λειτουργίας του.

Mετά τα μέσα του 19ου αιώνα, ραγδαίες αλλαγές μεταμορφώνουν τα λιμάνια της ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας. Tα κτήρια και οι εγκαταστάσεις που συνόδευαν τις λειτουργίες της ναυτιλίας κατά την Tουρκοκρατία ή κατά τα πρώτα χρόνια του νέου κράτους εξαφανίσθηκαν ή μετασχηματίσθηκαν. Aπ’ τις περισσότερες λιμενικές αποθήκες, τις προβλήτες, τις γλύστρες, τα αρσενάλια και τους θαλάσσιους πύργους δεν έχουν μείνει ίχνη που να θυμί­ζουν την εποχή των ξύλινων σκαφών και των ιστίων. Mαζ­ί τους χάθηκαν και οι εφήμερες ή μόνιμες κατασκευές εκείνες που φιλοξενούσαν τα σήματα της φωτιάς για την καθοδήγηση των πλοίων. Kαθοριστικοί για τη φθορά και την εγκατάλειψη των κτηρίων αυτών ήταν όχι μόνο οι δύο πόλεμοι που προηγήθηκαν αλλά και ο αναγκαίος εκσυγχρονισμός του δικτύου. Oι νέες τεχνολογικές δυνατότητες για τη σήμανση των ακτών και των θαλάσσιων δρόμων, έκαναν «περιττή» την αισθητική των πέτρινων φάρων. Σιδηρόπλεκτοι φάροι τους αντικαθιστούν με ασύγκριτα χαμηλότερο κόστος.

Σήμερα, όλοι οι πυρσοί του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου λειτουργούν αποκλειστικά με ηλεκτρική ενέργεια, η οποία τους παρέχεται είτε από το δίκτυο της ΔΕΗ, είτε με μετατροπή της ηλιακής ενέργειας σε ηλεκτρική, με τη χρήση αυτόματων φωτοβολταϊκών συστημάτων.

Με πρωτοβουλία της Διεθνούς Ένωσης Φαροφυλάκων, καθιερώθηκε το 2003, η Παγκόσμια Ημέρα Φάρων και γιορτάζεται κάθε χρόνο την τρίτη Κυριακή του Αυγούστου. Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι η ενημέρωση των πολιτών γιά τη σημασία των φάρων και των υπόλοιπων ναυτικών βοηθημάτων στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, αλλά και η προβολή του έργου που επιτελούν οι φαροφύλακες, συχνά κάτω από δύσκολες συνθήκες. Την ημέρα αυτή οι φάροι είναι ανοιχτοί για το κοινό, με την πραγματοποίηση διαφόρων εκδηλώσεων, που στοχεύουν και στην ανάδειξη τους ως μνημείων της πολιτιστικής κληρονομιάς κάθε χώρας.

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top