ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Απελαύνουν ακόμα και τους ευάλωτους

Δημήτρης Αγγελίδης για την Εφημερίδα των Συντακτών

Παρά τις διακηρύξεις για «πλήρη και πραγματικό σεβασμό των δικαιωμάτων των προσφύγων που δικαιούνται άσυλο με βάση το ενωσιακό δίκαιο», οι αλλαγές που επιφέρει το πολυαναμενόμενο νομοσχέδιο «περί Διεθνούς Προστασίας» -ένα νομοθέτημα 121 άρθρων και 83 σελίδων που δόθηκε στη διαβούλευση την Τετάρτη και για μόνο πέντε ημέρες, μέχρι τις 21 Οκτωβρίου, προκαλώντας διαμαρτυρίες και ειρωνικά σχόλια των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων- δείχνουν ότι πραγματική πρόθεσή της είναι η επιτάχυνση των απελάσεων και ο περιορισμός της πρόσβασης των δικαιούχων στη διαδικασία ασύλου, όπως και η περικοπή δικαιωμάτων, με βάση το ανυπόστατο και προσχηματικό επιχείρημα ότι τάχα αποτελούν πόλο έλξης.

Ανάμεσα στις «καινοτομίες» του νομοσχεδίου, τις οποίες επισημαίνουν κυβερνητικές πηγές, βρίσκεται αυτή που προβλέπει ότι για να προσφύγει κάποιος στο δευτεροβάθμιο όργανο εξέτασης των αιτημάτων ασύλου, τις Επιτροπές Προσφυγών, πρέπει να συντάξει αιτιολογημένο δικόγραφο «κατ’ ανάλογη εφαρμογή της Διοικητικής Δικονομίας που εφαρμόζεται επί όλων των υποθέσεων», όπως αναφέρει η κυβέρνηση. Ωστόσο, χωρίς επαρκή νομική βοήθεια, η απαίτηση για σύνταξη δικόγραφου από ανθρώπους που δε γνωρίζουν ελληνικά, πόσο μάλλον νομική ορολογία, ισοδυναμεί με προσπάθεια αποκλεισμού τους. Το ομολογεί άλλωστε η κυβέρνηση όταν επισημαίνει με κυνισμό ότι αποτέλεσμα του μέτρου θα είναι η «επιτάχυνση των διαδικασιών» και η «δυνατότητα επιστροφών από τον πρώτο βαθμό».

Επιπλέον, το δικαίωμα παραμονής στη χώρα μας όσων ζητούν άσυλο περιορίζεται μέχρι την απόφαση του πρώτου βαθμού για το άσυλο, με διακηρυγμένο στόχο να γίνονται απελάσεις από τον πρώτο βαθμό, ενώ σε συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων η προσφυγή σε δεύτερο βαθμό δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα.

Αλλά και στο δεύτερο βαθμό η κυβέρνηση φροντίζει να μειώσει τις εγγυήσεις της διαδικασίας, καθώς οι τριμελείς ανεξάρτητες επιτροπές θα αποτελούνται στο εξής αποκλειστικά από δικαστές, χωρίς την παρουσία μέλους που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία, το οποίο λειτουργούσε σαν ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας.

Ενώ μέχρι σήμερα η κατάθεση του αιτήματος ασύλου δίνει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας, το νομοσχέδιο προβλέπει δικαίωμα πρόσβασης έξι μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης και μόνο αν δεν έχει βγει απόφαση σε πρώτο βαθμό, μη ανασταλτική. Σε συνδυασμό με το μη ανασταλτικό χαρακτήρα της προσφυγής σε δεύτερο βαθμό για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων και με τη στέρηση του δικαιώματος παραμονής για τους προσφεύγοντες, το νομοσχέδιο στερεί την πρόσβαση στην αγορά εργασίας σε δικαιούχους διεθνούς προστασίας, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες στην κοινωνική συνοχή και στη ζωή των ανθρώπων, με διακηρυγμένο στόχο να σταματήσει το σύστημα ασύλου «να προσελκύει πρόσωπα που επιθυμούν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης» και να αφορά «όσους πραγματικά χρήζουν διεθνούς προστασίας», λες και το ένα αποκλείει το άλλο.

Παραβλέποντας ακόμα και την πρόβλεψη της ευρωτουρκικής συμφωνίας που εξαιρεί τους ευάλωτους από τη διαδικασία απέλασης στην Τουρκία, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι ευάλωτοι δεν εξαιρούνται από τις διαδικασίες εξέτασης στα σύνορα εφόσον έχουν την κατάλληλη υποστήριξη. «Οι ευάλωτοι επιστρέφονται» διακηρύσσει με περισσή σκληρότητα η κυβέρνηση, που φροντίζει επίσης να απαλείψει το μετατραυματικό στρες από τους λόγους που καθιστούν κάποιον ευάλωτο, παρόλο που, ή μάλλον ακριβώς επειδή, το μετατραυματικό στρες πλήττει μεγάλο αριθμό προσφύγων.

Σε μια επίδειξη αυταρχισμού και με πλήρη περιφρόνηση στην αρχή της αναλογικότητας, όσοι κατά την υποδοχή δεν συμμορφώνονται στις αποφάσεις μεταφοράς τους σε άλλες δομές «τεκμαίρεται ότι δεν επιθυμούν την προστασία και παραπέμπονται σε διαδικασίες επιστροφής». Αν δεν έχουν καταγραφεί, οδηγούνται σε απέλαση. Αν έχουν ήδη καταγραφεί, το αίτημά τους εξετάζεται κατά προτεραιότητα μέσα σε 15 ημέρες και, αν είναι απορριπτική η απόφαση, απελαύνονται, ενώ αν είναι θετική, υποχρεώνονται να αποχωρήσουν από τις δομές φιλοξενίας.

Με στόχο την επιτάχυνση των επιστροφών, το νομοσχέδιο επαναφέρει το μέτρο της γενικευμένης κράτησης όσων ζητούν άσυλο, παραβιάζοντας την αρχή του δικαίου ότι η διοικητική κράτηση αποτελεί έσχατο μέτρο, αφού πρώτα εξεταστούν άλλα μέτρα ήπιου περιορισμού, και δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα. Ενώ σήμερα κρατούνταν μόνο όσοι έκαναν αίτηση ασύλου όντας ήδη κρατούμενοι, το νομοσχέδιο προβλέπει κράτηση αδιακρίτως «για συγκεκριμένους λόγους και με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων τους», κάτι που μόνο προσχηματικά μπορεί να αναφέρεται, με δεδομένες τις συνθήκες κράτησης που επικρατούν στην Ελλάδα για δεκαετίες και συνιστούν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, σύμφωνα με πολλές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Κυνικός ομολογημένος στόχος του μέτρου η ευχέρεια του εντοπισμού όσων απορρίπτονται και η επιτάχυνση των απελάσεων.

Μάλιστα, ο χρόνος κράτησης μετρά κάθε φορά εκ νέου, χωρίς να συνυπολογίζονται προηγούμενα διαστήματα κράτησης, πρακτική που είχε εφαρμόσει η κυβέρνηση Σαμαρά, φτάνοντας στο σημείο να κρατά ανθρώπους που δεν μπορούσε να απελάσει για περισσότερο από ενάμιση χρόνο, ξεπερνώντας το ανώτατο όριο που θέτει κατ εξαίρεση το ενωσιακό δίκαιο.

Αποτελεί κυνισμό και επίδειξη σκληρότητας πρώτου μεγέθους η πρόβλεψη ότι η παραβίαση όρων και κανονισμών της λειτουργίας των δομών συνεπάγεται διακοπή της στέγασης, με δεδομένο ότι ελάχιστες δομές διαθέτουν εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας και ακόμα λιγότερες εσωτερικό κανονισμό που τηρείται από τις ίδιες τις αρχές.

ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top