ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Τα καφενεία του Ναυπλίου – Γράφει η Μαρία Βασιλείου

Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο, ανακηρύχθηκε Διοικητικό Κέντρο, δεδομένου ότι, η συνθηκολόγηση των Τούρκων, που κατέληξε στην αποχώρηση τους, το είχε μετατρέψει σε ασφαλές καταφύγιο

Το 1823 εποικίζεται μαζικά, όταν καταφθάνουν επήλυδες Μωραΐτες Στερεοελλαδίτες, Μακεδόνες, Ηπειρώτες, Νησιώτες (Χιώτες, Κύπριοι, Κρήτες), Σμυρνιοί και πολλοί ξένοι. Η πληθυσμιακή εξέλιξη στο Ναύπλιο παρουσιάζει και δεύτερη φάση εκρήξεως το 1832, όταν σημειώνεται αύξηση κατά 4,5% περίπου.

Ο πληθυσμός λοιπόν, καθ’όλη την διάρκεια της Επανάστασης και μέχρι τα πρώτα χρόνια, του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, χαρακτηρίζεται από πολυμορφία καταγωγής, κοινωνικό-πολιτισμικής προέλευσης, επιδιώξεων, αλλά και διαλέκτων, ηθών, εθίμων και αμφιέσεων, όπως την καταγράφει ο Βυζάντιος στην «Βαβυλωνία».

Karl August Krazeisen, 1828-31, άποψη Ναυπλίου και Παλαμηδιού.

Οι ξένοι περιηγητές που επισκέφθηκαν το Ναύπλιο και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής, το παρουσιάζουν σαν μια πόλη με μέτρια κτίσματα, σοκάκια, χαλάσματα και ρυπαρότητα. Όλα τα σπίτια είναι καμένα ή ερειπωμένα. Αδύνατον να βρεις έστω και ένα κατάλληλο για κατοικία. Τα δύο “καλύτερα” σπίτια της πόλης, του Πετρόμπεη και του Κολοκοτρώνη, δεν έχουν ούτε πόρτα ούτε παράθυρο, αναφέρει ο M. Schilizzi, συνοδοιπόρος του λόρδου Βύρωνα.

Μια τέτοια κατοικία περιγράφεται από τον Άλ. Ρίζο Ραγκαβή, στα Απομνημονεύματα του (τ. Α’, Αθήνα 1894): «μετέβημεν ό πατήρ μου καί εγώ εις τα δωμάτια α έμισθώσαμεν έν τή οικία του κ. Καραπαύλου, ήτις ην μία τών μεγαλοπρεπέστερων καί μάλλον έπιζητήτων τότε έν Ναυπλίω. Ήν δέ κυρίως εύρύχωρον έρείπιον κακώς ίχον,καί μόλις διαφυγόν τήν εντελή καταστροφήν επί τής πολιορκίας». Αξίζει να σημειωθεί ότι σ’ αυτό θα συγκατοικούσαν και οι οικογένειες Ιάκωβου Αργυρόπουλου και Α.Κατακουζηνού. Από το 1825 και ο Θ. Φαρμακίδης συγκατοικούσε με τους Λιβέριο, Πολυζωΐδη, καί Σπ. Τρικούπη. (Αίκ. Κουμαριανοΰ , «Θ. Φαρμακίδης-Κ. Άσώπιος ‘Αλληλογραφία 1819-1832», Πρακτικά τοΰ Δ’Πανιονίου Συνεδρίου, Κέρκυρα 1980).

Το 1827, ο Ν. Δραγούμης επισημαίνει ότι το Ναύπλιο «πόλις όλως τουρκική τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και παντί άρρύθμους» Τα «σημαίνοντα» πρόσωπα του αγώνα, πολιτικοί,στρατιωτικοί, πρόκριτοι, εγκαθίστανται στις πλέον, καλοδιατηρημένες και επισκευασμένες κατοικίες του Ναυπλίου. Οι υπόλοιποι,έμποροι, τεχνίτες, υπάλληλοι, εργάτες, στρατιώτες ως και «σμήνος αρχολιπάρων…ασχολουμένων εις τό ν’ αρπάξουν κάν έν κόκαλον να τό γλύφουν» (Ό ανώνυμος συντάκτης της εφημερίδας ‘Ηώς άρ 2, 15 Φεβρουαρίου 1830), εγκαταστάθηκαν στα μικρότερα σπίτια πληρώνοντας ενοίκιο, ή σε πρόχειρα φτιαγμένες καλύβες από ξύλο και λάσπη, σε σκηνές και σε κτίσματα που επιδιορθώθηκαν ή κατασκευάσθηκαν ειδικά για τους στρατιώτες.

Κατά τον Ν. Δραγούμη, ο πληθυσμός παραμένει ασιατικός- «άσιατικόν δε λέγων», διευκρινίζει, «δεν εννοώ τρυφηλόν,διότι οπού λείπει ή επιούσιος τροφή, έκεί ή τρυφή άγνωστος- άλλ’ ότι πλην τής έλληνομόρφου φουστανέλλας, πάντα τα λοιπά έγίνοντο ως καί επί Τουρκοκρατίας. Δρόμοι γεμάτοι καφενεία, μαγαζιά καί εργαστήρια στα όποια «οί πωληταί, καθήμενοι διεσταυρωμένοι τους πόδας χαμαί καί άναμένοντες εις μάτην άγοραστάς, έμύζων τήν άκραν του τσιμπουκίου αυτών. Έπώλουν δε πέτρας πυροβόλων, πυρεκβόλα, σπάγγον, βελόνας, ράμμα,θειάφιον, πέτρας τής κολάσεως καί τα τοιαύτα πάντα άσημα καί ευτελή».

Οι βασικοί λοιπόν, κοινωνικό-πολιτισμικοί πυλώνες στην πόλη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι: Αφενός η πλειοψηφία του λαού και αφετέρου οι «πρωτεύοντες». Παρά το πολιτισμικό τους χάσμα οι σχηματισμοί αυτοί έχουν κοινό σημείο αναφοράς τις πολιτικές καί άλλου είδους συζητήσεις, τα θεάματα, τα γλέντια καί την χαρτοπαιξία.

Συναναστροφές, εσπερίδες και χοροί διοργανώνονται στα σπίτια των «μάλλον εξεχουσών οικογενειών », ενώ οι δρόμοι, τα καφενεία και οι λοκάντες φιλοξενούν το λαό.

Ωραιότατες περιγραφές υπάρχουν στις σελίδες των Απομνημονευμάτων του Άλ. Ρίζου Ραγκαβή.

  • Στα σαλόνια «τών πολιτευόμενων και τών οπλαρχηγών συνεκεντρούτο καθ’ έκάστην έσπέραν κόσμος πολύς, εκ του άρρενος πάντα φύλου, συζητών τήν πολιτικήν κατάστασιν καί πληροφορούμενος, παρά τών δυναμένων να γνωρίζωσι, περί τών εν τη λοιπή ελευθέρα καί δούλη Ελλάδι συμβαινομένων». Φαναριώτες, ετερόχθονες και κάποιοι αυτόχθονες ζουν και κινούνται στα «σαλόνια» τοΰ Μαυροκορδάτου, του Καρατζά, των Σούτσων,του Ταγιαπιέρα, του Κωλέττη καί του Καλλέργη.

  • Το μουσικό «σαλόνι» τοϋ Καρατζά, που ήταν το κομψότερο της ελληνικής πρωτεύουσας, πρόσφερε «τήν τότε σπανιωτάτην έτι πολυτέλειαν κυμβάλου, καί τήν έτι σπανιωτέραν τής οίκοδεσποίνης, ήτις μεθ’ ικανής ευχέρειας έπαιζεν έπ’ αυτού, άκροατάς έχουσα ολίγους έτι τους δυναμένους να έκτιμήσωσι τα μουσικά αυτής προτερήματα, ιδίως δε τους έξοχωτέρους τών ξένων έπιδήμων έν Ναυπλίω».

  • Το «σαλόνι» των Σούτσων, «πρώτατον κοινωνικον καταφύγιον και μεγίστη άπόλαυσις», για τον Ραγκαβή, να ακούει τους δύο αδελφούς να απαγγέλουν τα παλιά και πρόσφατα ποιήματα τους σ’ αυτές τις συναθροίσεις.

  • Το «σαλόνι» του Επτανήσιου γιατρού Διονυσίου Ταγιαπιέρα συγκεντρώνει τους λόγιους της εποχής και παίζει σημαντικό ρόλο στή διαμόρφωση της πνευματικής ζωής. Οί αδελφοί Σούτσοι «εις τήν φιλόκαλον κρίσιν τού Ιατρού ύπέβαλλον τα ίδια ποιήματα», αλλά και θεατρικά έργα διαβάζονται στο σπίτι του και κρίνεται ή βιωσιμότητα τους. Έτσι η κωμωδία του Άλ. Σούτσου «Ό ΄Ασωτος», αφού κάποιαν «έσπέραν» διαβάστηκε στο σπίτι του Ταγιαπιέρα και εγκρίθηκε από την ομήγυρη, πήρε το δρόμο του τυπογραφείου, και κυκλοφόρησε στο Ναύπλιο το 1830.( Άλ. Σούτσος, Ό “Ασωτος κωμωδία εις πράξεις πέντε, Έν Ναυπλίω, έκ της τυπογραφίας Έμμ. Άντωνιάδου, 1830).

  • Στο σπίτι του συνταγματάρχη του ιππικού Δημ. Καλλέργη «καθ’ ήμέραν ή τράπεζα ήν παρατεθειμένη δια πάντας τους φίλους, και άνά πασαν εσπέραν ήν χορός, ή, δυστυχώς, και βαρεία χαρτοπαιξία». Εκεί το 1832 γεννιέται, κατά παραγγελία, ή κωμωδία του Ραγκαβή «Γάμος άνευ νύφης». Η κωμωδία αυτή δεν παρουσιάσθηκε τότε λόγω και της αντίρρησης των κυριών να λάβουν μέρος στην αναπαράσταση της. Στη θέση της παίχτηκε παντομίμα «ιδίας ημών συνθέσεως», θα γράψει ό Ραγκαβής, «και επειδή αί κυρίαι έπέμενον μή θέλουσαι να συμπαραστήσωσι, το γυναικείον μέρος εδόθη εις έμέ, και ό εραστής μου ήτον ό κ. Μουρούζης».

Σε ότι αφορά το είδος των καφενείων αυτά εξαρτιόταν από το παρελθόν, την ιδιότητα και την προέλευση του ιδιοκτήτη, που μπορεί να ήταν αυτόχθονας, ετερόχθονας ή καί ξένος . Σε χωριστά καφενεία σύχναζαν κατά πλειοψηφία οι ΄Ελληνες και ξένοι ανώτεροι αξιωματικοί, οι ΄Ελληνες και ξένοι απλοί στρατιώτες, οι αυτόχθονες και ετερόχθονες αργόσχολοι, οι πρόσφυγες που κατέφυγαν στο Ναύπλιο, και γενικά όλοι όσοι ζητούσαν «στέκι» για να σκοτώνουν την ώρα τους. «Αϊ καί τι νά κάμω;» μονολογεί ο ήρωας της κωμωδίας του Ραγκαβή. «Μή γαρ έχω γυναίκα; Παιδιά δεν έχω, σκυλιά δεν έχω. Κάπου λιγουλάκι ς’ το καφενείο, μπας και περάσουν μερικαίς κακαίς ώραις. Κάτι τό μπιλιάρδον, ‘λίγαις κουβένταις, με τήν πρέφαν καί τήν Φήμην, κατρακυλά ή ήμερα…..».

Ο J. Mangeart, που επισκέφθηκε την ‘Ελλάδα το 1828 αναφέρει ότι «άνοιξε καινούργιο καφενείο πλουτισμένο με μπιλιάρδο. Δεν χρειάζεται να πω ότι δεν άργησε να γίνει της μόδας και οι στρατιώτες μας εύρισκαν εκεί μέσα τον πολύτιμο τρόπο να σκοτώνουν την ώρα τους και να διασκεδάζουν τις στενοχώριες τους».

Αντίθετη άποψη εκφράζει ένας ανώνυμος Ιταλός σε επιστολή του προς τον Ψύλλα, χρονολογημένη 20 Μαρτίου 1826, με αφορμή δημοσίευμα της «’Εφημερίδος τής Ζακύνθου», όπου αναφερόταν ότι «ή Διοίκησις έκαμε 24 καφεπωλεια και βιλιάρδα είς τό Ναύπλιον, και ότι οί έπιστάται τούτων είναι Ιταλοί». Αυτός διαμαρτύρεται και προτείνει «να παρθούν κάποια μέτρα, είς τό να έμποδισθή πρώιμα ή προχώρησις τοιούτων εργαστηρίων τής αργίας και διαφθοράς τών πολιτών».

Αλλά και ο πολιτικός ρόλος του καφενείου παρέμενε, κυρίαρχος. Όταν με το πρωτόκολλο του Λονδίνου τον Φεβρουάριο του 1830, έγινε γνωστό ότι τα όρια του Ελληνικού Κράτους ήταν περιωρισμένα, στο Ναύπλιο το καφενείο που υπήρχε με το γαλλικό όνομα «Les Trois Puissances”οι τρεις δυνάμεις, μετονομάσθηκε,κοροιδευτικά, σε «Les Trois Potences» οι τρεις κρεμάλες!…

Στα καφενεία λοιπόν, που προσφέρονται για κάθε είδους συζήτηση, σημειώνεται σιγά σιγά μεταλλαγή… ό ναργιλές καί ή πίπα έμειναν, άλλά το όπιον διεδέχθη…. εφημερίδων ανάγνωσις».

Το 1828, στο Ναύπλιο, διατηρεί καφενείο, «αντίκρυ του συντριβανίου», ο άγωνιστής-έφημεριδογράφος Έμμ. ‘Αντωνιάδης. Από τηνν Αίγινα, στέλνει στις 23 Μαρτίου 1828, με τον αδελφό του Κωνσταντίνο, επιστολή προς τον νέο Διοικητή Ναυπλίου και ζητά την υποστήριξη του αιτήματος του «να άνοίξη τήν θύραν άπό τό όπίσθιον μέρος του καφενείου» του. Από την περιγραφή, φαίνεται οτι το καφενείο βρισκόταν «αντίκρυ του Συντριβανίου» αύλιζόμενον άπό περίβολον έθνικού οικήματος ή τουλάχιστον διαφιλονεικουμένου ακόμη ως τοιούτου»· η θύρα αυτή άνοιξε την εποχή που αγόρασε το κατάστημα: οι γείτονες του όμως «ωφελούμενοι… άπό τήν άπουσίαν μου μέ τήν έκλεισαν καί εγώ πάλιν δια της τοπικής αρχής άνοιξα». (Γ.Α.Κ., “Εκτακτοι επίτροποι καί προσωρινοί διοικηταί φακ. Ι, 1828.) Ο ίδιος την περίοδο 1828-1833, ιδρύει τυπογραφείο όπου εκδίδει βιβλία, το περιοδικό «Ήώς» και την εφημερίδα «Αθηνά».

Ο «”Ηλιος» το 1833, σχολιάζοντας τον Αντωνιάδη και την «Αθηνά» σε συνάρτηση με τα καφενεία, γράφει:

«”Ενα πήδημα κ’ έπάνου

Έτινάχθηκα στο πρώτο Καφενείο του Πλατάνου

‘Εκεί δύο φουστανέλαις τό ποτήρι κούτρα κούτρα-

Γλώσσα ό καθείς παπούτσι, ό καθείς στραβά τό φέσι,

Καί ό Κυρ’ ‘Αντωνιάδης με τήν ‘Αθηνά στην μέση» έφ.( “Ηλιος, άρ. 1, 23 ‘Ιουνίου 1833).

Από τα παραπάνω δεν προκύπτει βέβαια με σιγουριά ότι ο Αντωνιάδης διατηρεί το 1833 το καφενείο του στο Ναύπλιο, επισημαίνεται όμως ο ρόλος της «Αθηνάς» στην πολιτική ζύμωση που συντελείται στο χώρο του καφενείου.

Κατά την περίοδο 1828-1833, ιδιοκτήτης καφενείου είναι και ο αγωνιστής Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο όποιος είχε αναθέσει τη λειτουργία του σε άλλον, όπως προκύπτει από τον κατάλογο τών συνδρομητών της φιλοκαποδιστριακής εφημερίδας, ο «’Ελληνικός Καθρέπτης» (1832-1833). Τον πολιτικό ρόλο του καφενείου του επιβεβαιώνει η αντίδραση των πολιτικών του αντιπάλων «συνταγματικών», όταν το 1833, μετά την επικράτηση τους, «του έπούλησαν τό καφενείον όπου είχε άγωρασμένο προχρόνων», επισφραγίζοντας τήν πολιτική του ήττα..( ‘Επιστολή ανώνυμου από το Ναύπλιο, μέ ημερομηνία 15 ‘Ιουλίου 1833, προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια / Άλ. Μπουτζουβή-Μπανιά, «Το καποδιστριακο κόμμα,1832-1833 από την ήττα στον παραγκωνισμό και την καταδίωξη», π. Μνήμων, τ.Η’, 1980).

Μαρία Βασιλείου

ΠΗΓΕΣ

  • Γ. Δ. Δημακόπουλος, Η Διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάσταση• 1821-1827.Συμβολή εις τήν ίστορίαν τής ελληνικής διοικήσεως, ‘Αθήνα 1966
  • Απ. Βακαλόπουλος, Πρόσφυγες καί προσφυγικον ζήτημα κατά τήν έπανάστασιν τού 1821. Θεσσαλονίκη 1939
  • Νικ. Δραγούμης, Ίστορικαι ‘Αναμνήσεις, τ. Α’, ‘Αθήνα, Έρμης, 1973
  • Αλέκα Μπουτζουβή–Μπανιά,Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833. Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής, / Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ , 18 (1986)
ΚΑΝΕ ΣΧΟΛΙΟ

AΠΑΝΤΗΣΗ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

To Top